Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η εμπειρία της παρέμβασης της εθελοντικής ομάδας φοιτητών του τμήματος Ψυχολογίας του ΑΠΘ, τον Ιούλιο 1999 και 2000, στο ΚΘ Λέρου


Ως φοιτητές προερχόμασταν από ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα (φορτωμένοι με τόνους θεωρίας νιώθοντας κουρασμένοι εξαιτίας αυτού και απομονωμένοι από την πράξη - η διασύνδεση του πανεπιστημίου με την κοινωνία, (και όχι με την αγορά εργασίας η οποία χειραγωγεί την γνώση από τους νόμους του κέρδους ), είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο που ξεπερνάει τους σκοπούς αυτής της παρουσίασης.
Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν κάποιοι απομονωμένοι συναντήθηκαν με κάποιους άλλους απομονωμένους στο ψυχιατρείο της Λέρου, αυτό μπορεί να ακούγεται ύβρις στο να συγκρίνω τους φοιτητές ενός τμήματος ψυχολογίας με χρόνια έγκλειστους ανθρώπους σε ψυχιατρικό ίδρυμα και στην πραγματικότητα είναι, αλλά είναι καθαρό στο μυαλό μου ότι κανένα ίδρυμα δεν θα ανεχόταν η κοινωνία να λειτουργεί με όλες τις κακοποιητικές συνθήκες που είναι σύμφυτες με αυτό αν και η ίδια δεν λειτουργούσε με ιδρυματικούς όρους είτε στους χώρους εκπαίδευσης είτε στους χώρους εργασίας είτε στους κόλπους της οικογένειας κ.τ.λ. και λέγοντας ιδρυματικούς όρους εννοώ οποιοδήποτε κανονιστικό περιβάλλον στερεί από τους ανθρώπους την δυνατότητα να πράττουν και να δρουν ελεύθερα. Όπως βλέπετε η τάση να θεωρητικολογώ ως κατάλοιπο της σχολής δεν μου έχει φύγει…
Στο ψυχιατρείο της Λέρου αφού πρώτα ενημερωθήκαμε για της ιστορικές συνθήκες και τον τότε τρόπο οργάνωσης του ψυχιατρείου μετά τις πρώτες παρεμβάσεις από τον Διευθυντή Ψυχίατρο Λουκά Γιάννη που είχε την ευθύνη του συντονισμού της δουλειάς την περίοδο που είμασταν εκεί, χωριστήκαμε σε ομάδες όπου το πρωί δουλεύαμε μέσα στο ψυχιατρείο και το απόγευμα στα διαμερίσματα που είχαν δημιουργηθεί σε διάφορα σημεία του νησιού την περίοδο της επανένταξης.
Η όποια αγωνία, φόβοι, προκαταλήψεις ή ότι άλλες σκέψεις είχαμε ως προς το άγνωστο της εμπειρίας ,από την επαφή μας με τους ανθρώπους που ζούσαν εντός και εκτός ψυχιατρείου, πιστεύω ότι εξαλείφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μία διάθεση για επικοινωνία από την πρώτη κι όλας ώρα συνάντησης.
Δεν μας απασχόλησε τι διαγνώσεις είχαν, ούτε νεκρές πληροφορίες καταγεγραμμένες στους φακέλους τους. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να μοιραστούμε το παρόν μαζί τους και η προσωπική ιστορία τους προέκυπτε μόνο στο βαθμό που είχε αξία για τους ίδιους να την μοιραστούν μαζί μας. Πολύ γρήγορα εμπλακήκαμε στην καθημερινή ζωή τους έχοντας στο μυαλό μας ότι αυτό που μπορεί να ονομάζεται θεραπεία δεν μπορεί να είναι έξω από την ίδια την ζωή.
Έτσι για παράδειγμα στο τμήμα όπου ζούσαν άνθρωποι με τύφλωση γιατί υπήρχε και μία τέτοια ομάδα ανθρώπων πέρα από την προσπάθεια να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους και να επικοινωνήσουμε μαζί τους αρχίσαμε να βοηθάμε στο τρόπο που σιτίζονταν ή με την ατομική τους φροντίδα όπως το ξύρισμα κ.α. στο βαθμό που υπήρχαν δυσκολίες από τους ίδιους. Αυτό μας βοήθησε στο να κερδίσουμε και την εμπιστοσύνη του προσωπικού αφού δεν είχαμε κάποια ελιτίστικη διάθεση ως προς το τι κάνουν αυτοί και τι κάνουμε εμείς. Από τις πρώτες μέρες φαινόταν η ιδρυματική ρουτίνα να αποτελεί το βασικό εμπόδιο στην δουλειά μας. Μπορεί οι υλικές υποδομές να είχαν βελτιωθεί και να μην υπήρχαν παραδείγματα κακοποίησης αλλά το προσωπικό είχε μία ρουτίνα δουλειάς που ρουφούσε τους πάντες. Διατηρώντας το σεβασμό προς τους ανθρώπους που δούλευαν για χρόνια στο ψυχιατρείο ψάχναμε παράθυρα δημιουργικότητας ώστε να αποκτήσει κάποια ζωή πέρα από τα καθημερινά καθήκοντα σίτισης και υγιεινής . Έτσι προσπαθούσαμε να κάνουμε δραστηριότητες μαζί τους, να επικοινωνήσουμε, να διοργανώσουμε με κάποιες αφορμές γιορτές αλλά το κυριότερο που μας απασχολούσε ήταν όχι να συμβάλουμε σε μία ωραιοποιημένη εικόνα του ψυχιατρείου εντός των τειχών αλλά να βγούμε μαζί τους και να αλληλεπιδράσουμε με την κοινωνία, αφού όμως πρώτα είχαμε φτιάξει μία σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους μιας και όσο αναποτελεσματική είναι η ιδρυματική ρουτίνα της καθημερινότητας άλλο τόσο αναποτελεσματικές είναι και οι βεβιασμένες κινήσεις που γίνονται για εντυπωσιασμό και χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που θυμάμαι ήταν οι έξοδο μας για μπάνιο στη θάλασσα όπου συμμετείχαν άνθρωποι που για χρόνια δεν είχαν πάει και όχι επειδή δεν το επιθυμούσαν.
Στα διαμερίσματα η αυτονομία των ενοίκων ήταν μεγαλύτερη και έτσι πιο εύκολα μπορούσαμε να πάμε για ένα καφέ, ή ένα φαγητό μαζί τους. Έτσι η συμβολή μας ήταν απλά να φέρουμε την ζωντάνια και την φρεσκάδα μας πράγμα που φαινόταν στα χαμόγελα τους όταν μας έβλεπαν (αν και θα πρέπει να ομολογήσω κυρίως στο γυναικείο πληθυσμό της ομάδας αφού ίσως θα ξέρετε τα τμήματα ψυχολογίας γυναικοκρατούνται και κατά συνέπεια και η εθελοντική μας ομάδα ενώ στα διαμερίσματα έμεναν κυρίως άντρες… ) .Μία παρατήρηση που θα πρέπει να κάνω εδώ είναι ότι ενώ η τοπική κοινωνία της Λέρου είχε αποδεχθεί την παρουσία των ανθρώπων που ζούσαν εντός και εκτός ψυχιατρείου στην προοπτική κλεισίματος του και στροφής προς το τουρισμό ως πηγής εσόδου για το νησί υπήρχε μία ατμόσφαιρα αμφιθυμίας (ας την χαρακτηρίσω έτσι ) ως προς την πλήρη αποδοχή τους .
Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι δεν κάναμε συναντήσεις ώστε να συζητήσουμε για τα «περιστατικά» όπως συνηθίζεται να λέγεται ακόμα και σε δομές που θεωρούν τον εαυτό τους εναλλακτικό. Συζητούσαμε οποιεσδήποτε δυσκολίες ή χαρές μοιραζόμασταν με τους ανθρώπους που έμεναν εκεί και η πράξη από μόνη της μας οδηγούσε να δίνουμε λύσεις που οι ατέρμονες συζητήσεις μπορεί να μην έδιναν ή να δημιουργούσαν και περισσότερα εμπόδια μιας και οι επαγγελματίες ακόμη και αν δεν βρίσκουμε έχουμε την τάση να κατασκευάζουμε εμπόδια μέσα από το θεωρητικό οπλοστάσιο μας. Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι αυτό δεν μας έκανε αθεωρητικούς , είχαμε παρακολουθήσει τα μαθήματα του κ.Μπαϊρακτάρη και είχαμε πολύ καλή γνώση της ιστορίας και του τρόπου που ασκείται το κυρίαρχο μοντέλο της ψυχιατρικής. Γνωρίζαμε ότι με τον τρόπο που ασκήθηκε και ασκείται η ψυχιατρική μέσα στα ψυχιατρεία, με την Λέρο στην κορυφή του παγόβουνου, συναντήσαμε ανθρώπους που με διάφορες πολιτικές και αποφάσεις ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους και σε κάποιους το μεγαλύτερο είχε κλαπεί. Νιώθοντας και οι ίδιοι μέρος ενός συστήματος που αλλοτριώνει δίναμε έναν αγώνα αυτή η αδικία να αποκατασταθεί αλλά και ένα αγώνα προσωπικό να μην αλλοτριωθούμε εμείς οι ίδιοι. Επίσης θα ήταν λάθος να παραγνωριστεί η διαφορά θεσμικά του βαθμού ευθύνης ενός εθελοντή και ενός επαγγελματία παρά το ότι επί της ουσίας στην πράξη είχαμε πλήρη συνείδηση αυτής. Μία άλλη επισήμανση που θα ήθελα να κάνω είναι ο αποσπασματικός χαρακτήρας της παρέμβασης μας μιας και οι παρεμβάσεις ήταν προγραμματισμένες μόνο για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο και έτσι χανόταν η συνέχεια σε αυτές. Από όσο μάλιστα γνωρίζω τα τελευταία χρόνια σταμάτησαν και αυτές μιας και δεν ήταν δυνατή ούτε η κάλυψη της διαμονής και διατροφής που είχαμε εμείς τότε.
Αντιπαραβάλλοντας το δικό μας παράδειγμα εκπαίδευσης με άλλα παραδείγματα εκπαίδευσης θα πρέπει να σας μοιραστώ ότι ένιωσα και εγώ ως ένα περίεργο ζώο προς παρατήρηση όταν κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, την πρώτη χρονιά που συμμετείχα ως εθελοντής, αφού έκανε μία βόλτα στο ψυχιατρείο εν ήδη μουσείου την επόμενη μέρα διοργάνωσε ημερίδα για τον κοινωνικό αποκλεισμό σε κοντινή ξενοδοχειακή μονάδα.
Κλείνω με την ελπίδα (μιας και είναι της μόδας…) ότι τέτοια παραδείγματα, όπως αυτό που έζησα ως μέλος της ομάδας εθελοντών της Λέρου, δεν θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο περιθώριο άσκησης της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας ή θα αναφέρονται μόνο σε μορφή διακηρύξεων .


Βιβλιογραφία

  1. Basaglia F.Οι θεσμοί της βίας - και άλλα κείμενα. Βιβλιοτεχνία, Αθήνα, 2008
  2. Μπαϊρακτάρης Κ. Ψυχική Υγεία και Κοινωνική Παρέμβαση. Εμπειρίες, συστήματα, πολιτικές. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1994




Ευθυμίου Γιώργος (Ψυχολόγος) email : gioefth@hotmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου