Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

"Νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους δράστες»: προς το καλύτερο ή το χειρότερο;" - Άρθρο του Θ. Μεγαλοοικονόμου στην "Εφημερίδα των Συντακτών"


Μ΄ ένα νομοσχέδιο, με τίτλο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής», το οποίο, παρά τη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα του ζητήματος, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μόλις για μια βδομάδα, τα αρμόδια Υπουργεία (Υγείας και Δικαιοσύνης) αποφεύγουν, για μιαν ακόμη φορά, να θίξουν το πρόβλημα στη ρίζα του, επιχειρώντας μιαν απλώς νέα, πιο νομότυπη και ιδρυματικά «αποτελεσματική» διαχείρισή του. 
Μέχρι τώρα αυτό που κυριαρχεί σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των ατόμων που έχουν διαπράξει αδίκημα, για το οποίο κρίνονται «ακαταλόγιστοι» λόγω ψυχικής (ή διανοητικής) διαταραχής, είναι μια κατάσταση πλήρους ανομίας και αυθαιρεσίας, ένα απαύγασμα αλληλοαναιρούμενων διαδικασιών ως η κανονικότητα του εν λόγω πεδίου. Οταν, πχ, ο νόμος  (αρ. 69 ΠΚ) προβλέπει ότι «το δικαστήριο διατάσσει την φύλαξη σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα, εφόσον κρίνει ότι είναι επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια», την ίδια στιγμή που δεν υπήρξε ποτέ το «δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα» που, τουλάχιστον στο τυπικό μέρος, να λειτουργεί στη βάση των όρων της «φύλαξης» : οι έγκλειστοι «ακαταλόγιστοι» του αρ. 69 νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών του ψυχιατρείων από κοινού με όλους τους άλλους νοσηλευόμενους, ενώ ακόμα και το τμήμα των «ακαταλογίστων» του ΨΝΘ δεν πληροί τους όρους του, βάσει του νόμου, ειδικού «θεραπευτικού καταστήματος». Σημειωτέον ότι ο νόμος μιλάει για «φύλαξη», αλλά όχι για «θεραπεία», την οποία ακριβώς  αντιστρατεύονται οι όροι της φύλαξης.
Όταν, επομένως, δεν προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η χορήγηση θεραπευτικών αδειών στους εν λόγω εγκλείστους (πράγμα που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της θεραπείας τους), τη στιγμή που οι περισσότεροι ψυχίατροι χορηγούν, με άτυπες διαδικασίες, αυτές τις άδειες, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να βρεθούν στο εδώλιο ως κατηγορούμενοι γιατί απλώς έκαναν το καθήκον τους ως θεραπευτές. Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι, βάσει της υπάρχουσας νομοθεσίας, μόνο σε δυο κατηγορίες κρατουμένων δεν επιτρέπεται η άδεια, στους ενόχους εσχάτης προδοσίας και στους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69!!! Βέβαια, μ΄ έναν άκρως αυθαίρετο τρόπο, η εφαρμογή του μέτρου αυτού επεκτείνεται σήμερα και σε άλλες κατηγορίες, προσδιοριζόμενων ως «επικίνδυνων», κρατουμένων, αλλά δεν είναι του παρόντος. 
Μια άλλη από τις αντιφάσεις είναι η διαμονή πολλών εκ των «εγκλείστων» αυτών σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές (ξενώνες, οικοτροφεία) ενώ δεν έχει αρθεί το μέτρο της φύλαξης - διαμένουν, δηλαδή, με απόφαση (και πολύ σωστά) του θεράποντος ψυχιάτρου και εν γνώσει των διοικήσεων των ψυχιατρείων, σε εξ’  ορισμού μη φυλασσόμενες δομές. 
Τέλος, το αρ. 70 ΠΚ που προβλέπει ότι «η φύλαξη συνεχίζεται όσο χρόνο το επιβάλει η δημόσια ασφάλεια» (δηλαδή, με απόφαση του ψυχιάτρου ή του δικαστή μπορεί ο «ακαταλόγιστος» να κάτσει και εφ΄ όρου ζωής μέσα, πολύ περισσότερο απ΄ όσο αν έπαιρνε ποινή για το αδίκημά του), επισημαίνει, επίσης, ότι «κάθε τρία έτη το δικαστήριο…. αποφασίζει αν η φύλαξη θα εξακολουθήσει» και προσθέτει ότι «το ίδιο δικαστήριο μπορεί, όμως, οποτεδήποτε, με αίτηση του εισαγγελέα ή της διεύθυνσης του καταστήματος (δηλαδή, με την γνωμάτευση του ψυχιάτρου) να διατάξει την απόλυση εκείνου που φυλάσσεται». Πολλοί, όμως, δικαστές και εισαγγελείς (αλλά και ψυχίατροι) συνηθίζουν να θυμούνται μόνο τη φράση με τα τρία χρόνια, αλλά να «ξεχνούν» το υπόλοιπο του άρθρου, με αποτέλεσμα να απορρίπτονται (ή να μην εισάγονται) υποθέσεις όταν δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον τα τρία χρόνια. 
Πλέον αυτών, στη διάρκεια του χρόνου, ορισμένοι, ενίοτε όλοι, οι έγκλειστοι του αρ. 69 έγιναν ανεπιθύμητοι στα ιδρύματα όπου «φυλάσσονται», είτε γιατί είναι δύσκολοι στην διαχείρισή τους (με έσχατη αιτία την απουσία κατάλληλης θεραπευτικής κουλτούρας και επαρκούς και κατάλληλα εκπαιδευμένου θεραπευτικού προσωπικού), είτε και γιατί καταλαμβάνουν, για απροσδιόριστη χρονικά περίοδο (ετών), κρεβάτια που θα μπορούσαν να διατίθενται για τις νέες εισαγωγές.
Το αίτημα «από τα κάτω» (ψυχίατροι και προσωπικό των ψυχιατρείων) και η επεξεργασία «από τα πάνω» (πανεπιστημιακοί της ψυχιατροδικαστικής και στελέχη/σύμβουλοι των διαδοχικών ηγεσιών του Υπουργείου) ήταν η δημιουργία «ειδικού χώρου» για τον εγκλεισμό τους. Όχι μια εναλλακτική προσέγγιση στην πολυπλοκότητα του προβλήματος, αλλά ένας άλλος χώρος. 

Και έρχεται τώρα αυτό το νομοσχέδιο να δώσει «απαντήσεις» σε όλα αυτά. Αυτό που κάνει, είναι, διατηρώντας την ουσία, και επί του εδάφους του υπάρχοντος συστήματος, να θεσμοθετεί δομές και διαδικασίες «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας».
Κάποιοι ασθενείς θα εισάγονται σε «ειδικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού νοσοκομείου γενικού νοσοκομείου». Εχουμε, δηλαδή, την ίδρυση «δικαστικού ψυχιατρείου», έστω με λίγες κλίνες, όπως αναφέρεται (αυτό, όμως, είναι όπως πάντα, σχετικό, γιατί όλα αυτά αρχίζουν με «λίγες» κλίνες που μετά πολλαπλασιάζονται - η ιδρυματική ιστορία είναι πολύ εύγλωττη επί του προκειμένου), καθώς, μάλιστα, θα είναι, για την λειτουργία του, υπό την εποπτεία εισαγγελέα. Ισως, μάλιστα, να επιλεγεί και η γραμμή για πολλά «μικρά» δικαστικά ψυχιατρεία, αν και λίγο δύσκολο- ίσως το πολύ δυο.

Είναι ενδιαφέρουσα η φρασεολογία του νομοσχεδίου για την στελέχωσή τους,  ότι «η θεραπευτική ομάδα αποτελείται κυρίως από ψυχιάτρους, νοσηλευτές, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς…». Το «κυρίως» τι χρειάζεται;. Μήπως θα είναι και άλλοι, δηλαδή, πρωτίστως φύλακες; Κι΄ αμέσως παρακάτω : «το διοικητικό και λοιπό προσωπικό… λαμβάνει την κατάλληλη εκπαίδευση…». Πού ακούστηκε τμήμα ψυχιατρείου (ή γενικού νοσοκομείου) με «λίγες κλίνες» (τι είναι το «λίγες» για τους συντάξαντες; πέντε, δέκα ή εκατό;) να έχει και δικό του διοικητικό προσωπικό; Αρα, για κάτι άλλο πρόκειται εδώ. Και επίσης, το «λοιπό προσωπικό», είναι αυτό που κρύβεται πίσω από το άνωθεν «κυρίως», δηλαδή, φύλακες, φρουροί κοκ; 
Κι αν υπάρχει το «ειδικό τμήμα», τότε γιατί προτείνεται εκτέλεση του μέτρου ασφαλείας και σε κανονικό ψυχιατρικό τμήμα (όπως και τώρα δηλαδή); Προφανώς αυτό θα αφορά τους πιο «διαχειρίσιμους» ασθενείς, που, όμως, σύμφωνα με την φρασεολογία του νομοσχεδίου, θα «τοποθετούνται» εκεί - δεν θα είναι για νοσηλεία (αυτονόητη όταν και για όσο χρειάζεται), αλλά για επ΄ αόριστον παραμονή, απλώς γιατί θα είναι πιο «καλοί και ευπειθείς». 
Τέλος, υπάρχει το «κερασάκι», η δυνατότητα για υποχρεωτική θεραπεία και ψυχιατρική παρακολούθηση, στα εξωτερικά Ιατρεία, από Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ή Κινητή Μονάδα. Με τη λογική του εξωτερικού ιατρείου (με την μερικότητα της αντιμετώπισης των αναγκών  που την διακρίνει, τον συνταγογραφικό της χαρακτήρα κλπ) τελείως ανεπαρκή - όχι μόνο γι΄ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και για το είδος της φροντίδας που προσφέρεται στην κανονική «πελατεία» του. Με τα ΚΨΥ, που θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση - στο βαθμό που θα έκαναν ολοκληρωμένη κοινοτική φροντίδα - να είναι από ανύπαρκτα έως άκρως υποστελεχωμένα και υπολειτουργικά. Και τις Κινητές Μονάδες, που ανήκουν όλες σχεδόν σε ΜΚΟ, να είναι, επίσης,  υποστελεχωμένες,  με επισκέψεις που ενίοτε, σε κάποια μέρη, μπορεί να φτάσουν να γίνονται μόλις μια φορά το μήνα. 
Είναι τελείως ασαφές με ποια κριτήρια θα επιλέγεται το είδος της δομής για την εκτέλεση του μέτρου ασφάλειας (αν και είναι προφανές ότι έχει να κάνει με το πόσο «επικίνδυνος» και «δύσκολος» κρίνεται ο «δράστης»), αλλά σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νομοσχέδιου, είναι ο εισαγγελέας που επιλέγει όχι μόνο την πιο κοντινή στον τόπο κατοικίας, αλλά και αυτήν που «κρίνεται καταλληλότερη».
Υπάρχει η πρόβλεψη ότι θα μπορεί ο εγκλεισμός στο «ειδικό τμήμα» στο νοσοκομείο να αντικαθίσταται από την «υποχρεωτική θεραπεία» εκτός (αν και δεν φαίνεται κάπου ότι αυτό θα μπορούσε να κριθεί από την αρχή ως το πιο κατάλληλο μέτρο), ενώ το μόνο θετικό στο όλο νομοσχέδιο είναι ότι, επιτέλους, θα μπορούν να δίνονται θεραπευτικές άδειες - αν και, ακόμα και εδώ, υπάρχει ο άνωθεν έλεγχος, καθώς η χορηγούμενη άδεια θα πρέπει να τίθεται υπόψιν του αρμόδιου εισαγγελέα. 
Αυτές οι διατάξεις καταλήγουν, ωστόσο, να λειτουργούν εξωραϊστικά καθώς έρχονται να συνοδέψουν μια πρωτοφανή κατασταλτική πολιτική που εισάγεται για πρώτη φορά μέσω νομοθεσίας. Για πρώτη φορά, δηλαδή, αναφέρεται σε νόμο η έγκριση της πρακτικής της μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης, με όλα τα προσχηματικά περιτυλίγματα περί τήρησης πρωτοκόλλου, ως η έσχατη λύση κλπ. Οπως μάλιστα προβλέπεται στο άρθρο 11, το «ειδικό τμήμα» θα «διαθέτει την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό…».
Γνωρίζουμε πώς τηρούνται τα πρωτόκολλα σε όλες τις ψυχιατρικές μονάδες νοσηλείας (και όχι μόνο), με τον γιατρό, ενίοτε, απλώς να υπογράφει διεκπεραιωτικά την ανανέωση της εντολής για καθήλωση, με τις εντολές για τη τέλεσή της από τηλεφώνου, με τους όχι σπάνιους θανάτους μηχανικά καθηλωμένων ασθενών-των οποίων η αιτία θανάτου είναι η μηχανική καθήλωση. Υπήρξε, πρόσφατα, τέτοιο περιστατικό στο Δαφνί. Γνωρίζουμε, επίσης, για ασθενή του αρ. 69 επί μήνες καθηλωμένο.

Είναι αυτή η πάγια, συστατική της φύσης της, πρακτική μιας κυρίαρχης ψυχιατρικής, που ποτέ δεν μεταρρυθμίστηκε και ποτέ δεν άλλαξε - πρακτική η οποία εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό των καθημερινά εισαγόμενων στις ψυχιατρικές μονάδες για νοσηλεία, που σε ποσοστό πάνω από 60% είναι ακούσια νοσηλευόμενοι (αν και, ενίοτε, ακόμα και εκούσιοι καθηλώνονται). Τώρα έχουμε και την πρώτη νομοθετικού χαρακτήρα επιδοκιμασία αυτών των βάρβαρων πρακτικών – όταν, πχ, υπάρχουν εναλλακτικά  παραδείγματα, όπως η περίπτωση της νομαρχίας Friuli-Venezia-Giulia στην Ιταλία, που εξέδωσε πρόσφατα οδηγία για κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων σε όλες τις νοσοκομειακές και προνοιακές μονάδες. Δε λέμε να γίνουμε «Τεργέστη», αλλά, τουλάχιστον, ας μη κατοχυρώνουμε νομοθετικά αυτές τις πρακτικές. Το ότι το κάνουμε, σημαίνει ότι υπάρχει μια πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση. Μια πολιτική που συγκροτείται σωρεύοντας ως υλικά της αδιέξοδες και απελπιστικές καταστάσεις μέσα στα ψυχιατρεία και τα κάνει νόμους, δίνοντας νομική υπόσταση και κατοχύρωση στην βαρβαρότητα που ασκείται καθημερινά - αντί να επιδιώκει την επινόηση, την έμπρακτη άσκηση και την νομοθέτηση εναλλακτικών απαντήσεων, που υπάρχουν.  
Η γραμμή στην οποία κινείται το νομοσχέδιο γίνεται ακόμα πιο αποκρουστική όταν αναφέρεται, στο άρθρο 16, στη στείρωση και στη λοβοτομή, για τις οποίες λέει ότι «απαγορεύονται απολύτως… όπως και άλλες ανάλογες θεραπείες και επεμβάσεις οι οποίες προκαλούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην υγεία του ατόμου, κυρίως όταν αυτό δεν είναι ικανό να δώσει ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης». Δηλαδή, μπορεί το άτομο να επιλέξει τη λοβοτομή ή τη στείρωση, που, κατά τους νομοθέτες, μπορούν να γίνονται, είναι νόμιμες επεμβάσεις, αρκεί να το άτομο να το θέλει. Να υπάρχει “informed consent”. Από τη μια, το νομοσχέδιο αποδέχεται αυτές τις δολοφονικές πρακτικές ως νόμιμες ιατρικές πρακτικές και, από την άλλη, αφήνει, τάχατες, την ευθύνη επιλογής στον ασθενή, που γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες μπορεί να βρίσκεται και να αποφασίζει στο ως άνω περιγραφόμενο «ειδικό τμήμα» (και όχι μόνο σ΄ αυτό) και πώς, ταυτόχρονα, του αποσπάται το «informed consent” - όχι μόνο γι΄ αυτό αλλά και για πολλά πράγματα. 
Οπως ήδη ειπώθηκε, το νομοσχέδιο αυτό δεν κάνει άλλο από το να προσπαθεί να κανονικοποιήσει την υπάρχουσα ανομία δίνοντάς της νομική υπόσταση, κάνοντας την ανομία νόμιμη,  με τις όποιες εκσυγχρονιστικές διατάξεις και κυρίως φράσεις ως απλό σερβίρισμα μιας πιο ασφυκτικής διαχείρισης αυτού που κοινωνικά κατασκευάζεται ως «επικινδυνότητα» - ως ιδιότητα του ατόμου και όχι ως αυτού που πραγματικά είναι : προϊόν κοινωνικών σχέσεων, μιας κατάστασης και όχι του ατόμου. Μοιάζει να μιμείται, αλλά με τα γνωστά ελληνικά δεδομένα, από τη μια, το βρετανικό μοντέλο με τις δομές «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας» (high security, medium security, low security) και, από την άλλη, να εισάγει την δυνατότητα υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα, περισσότερο ως λεκτική συνοδεία πιο κλειστών και κατασταλτικών θεσμών, όπως το «ειδικό τμήμα». 
Παρόλο που θέτει ανώτατο όριο χρονικής διάρκειας για το μέτρο ασφάλειας, αυτό θα μπορεί να ανανεώνεται ανάλογα με την εκάστοτε δικαστική απόφαση (αλλά αυτό δεν γίνεται, στην πράξη, και τώρα;) και να συνεχίζεται επ΄ άπειρον, έστω και υπό την μορφή των κανονισμών της «υποχρεωτικής θεραπείας». 
Ακόμα και σε αυτούς που κρίνονται με μειωμένο καταλογισμό, προβλέπεται, στο βαθμό που δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της ποινής, η παραμονή τους στο γνωστό «ψυχιατρείο» του Κορυδαλλού, ενώ δεν προβλέπεται η εκτέλεση της ποινής τους με εναλλακτικούς τρόπους, εκτός των φυλακών (πόσο μάλλον για τους «ακαταλόγιστους»). Οταν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της ποινής, θα μπορεί να βρεθούν στις δομές που θα υπάρχουν για τους «ακαταλόγιστους», στο βαθμό που κρίνονται (και πόσο) «επικίνδυνοι». Η μέχρι τώρα εμπειρία από τις ασκούμενες πρακτικές είναι ότι πολλοί με μερικό καταλογισμό, που μπαίνουν στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, αποφυλακίζονται, όταν λήξει η ποινή τους, από αυτό και πετιούνται στο δρόμο. Δεν φαίνεται ν΄ αλλάζει κάτι επί του πρακτέου με το νέο νομοσχέδιο. 
Φυσικά, το νομοσχέδιο δεν ακουμπάει το ζήτημα από το οποίο θα έπρεπε να ξεκινήσει όποιο εγχείρημα θα αποσκοπούσε ν΄ αλλάξει, έστω και στο ελάχιστο, την υπάρχουσα κατάσταση. Και αυτό αφορά την εννοιολογική αποδόμηση (καθώς και των θεσμικών συμπαρομαρτούντων) της «επικινδυνότητας», της ανικανότητας και του «ακαταλόγιστου». Η όποια αλλαγή στο εν λόγω πεδίο μπορεί να αποχτήσει ουσιαστική βάση μόνο στο βαθμό που αμφισβητείται το «ακαταλόγιστο» ως μια μορφή απο-υποκειμενοποίησης του ψυχικά πάσχοντος ατόμου. Μπορούμε να μιλάμε το πολύ για «μερικό καταλογισμό», αλλά το «ακαταλόγιστο» δεν θα έπρεπε ν΄ ανήκει στην ψυχιατρική. Μπορεί να υπάρχει σε μιαν οργανική εγκεφαλική βλάβη, σε μια συγχυτική κατάσταση του προσώπου, βιολογικής αρχής, αλλά όχι στην ψυχική αρρώστια. 
Μάλιστα, σ΄ αυτή την κατεύθυνση, ουσιαστικό ρόλο παίζει ο τρόπος που γίνονται και συντάσσονται οι πραγματογνωμοσύνες - κάτι στο οποίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στο νομοσχέδιο, αν και είναι στη βάση αυτών που καθορίζεται η τύχη του ατόμου. Θα αναφέρονται, ως συνήθως, απλώς στην αφηρημένη οντότητα μιας διάγνωσης που εξηγεί τα πάντα, στη βάση του κοινωνικού (αλλά και ψυχιατρικού) στερεότυπου μιας (ανύπαρκτης) γραμμικής σχέσης ανάμεσα στην ψυχική αρρώστια και την επικινδυνότητα, ή σε μια ιστορία ενός υποκειμένου αναπάντητων αναγκών και αγνοημένων δικαιωμάτων;
Στη βάση των ανωτέρω, η αναγνώριση του ψυχικά πάσχοντος δράστη ως υποκειμένου με πλήρη δικαιώματα, μεταξύ άλλων και του δικαιώματος να σταθεί μπροστά στο δικαστήριο και να κριθεί για την όποια πράξη του, η εισαγωγή και η συγκεκριμένη εφαρμογή των εναλλακτικών (εκτός φυλακής) ποινών, συνδέεται όχι με καταστήματα κράτησης (με συνθήκες που, όπως έχει δείξει η εμπειρία, καταλήγουν πάντα χειρότερα από φυλακές), αλλά με τη δημιουργία κοινοτικά βασισμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας που θα μπορέσουν να τον ακούσουν, να διατρέξουν την ιστορική του διαδρομή, να κατανοήσουν και να απαντήσουν στις ανάγκες του, αναλαμβάνοντας με ολοκληρωμένο τρόπο την θεραπευτική του φροντίδα - με την υποχρεωτική, όσο διαρκεί το «μέτρο ασφάλειας», εφαρμογή της. Μια μορφή επιτηρούμενης ελευθερίας συνδεδεμένης μ΄ ένα θεραπευτικό πρόγραμμα. 
Αλλά αυτό θα προϋπέθετε την ριζική αμφισβήτηση του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, και ταυτόχρονα του τρόπου συγκρότησης και λειτουργίας του ποινικού/δικαστικού συστήματος, η «ιερά συμμαχία» των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει, εν προκειμένω, χωρίς τον κεντρικό χαρακτήρα του «ειδικού τμήματος». 
Με το ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, μετά την «αναβάθμισή» του με την ένταξή του στο ΕΣΥ, ν΄ αποτελεί έναν πολύ πιθανό, και ταυτόχρονα πολύ οικονομικό, προορισμό. 

*ψυχίατρος

Πηγή: efsyn.gr




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου