Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θ.Μεγαλοοικονόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θ.Μεγαλοοικονόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

ΕΡΤ1 – ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ «Λέρος, εξόριστοι στο Αιγαίο» (Α΄ και Β΄ μέρος) 20 & 27.02.2020


ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ 

Με τη Μαριλένα Κατσίμη

Οι «Ιστορικοί Περίπατοι» έχουν σκοπό να αναδείξουν πλευρές της ελληνικής Ιστορίας άγνωστες στο πλατύ κοινό με απλό και κατανοητό τρόπο.


Η εκπομπή-ντοκιμαντέρ επιχειρεί να παρουσιάσει την Ιστορία αλλιώς, την Ιστορία στον τόπο της. Με εξωτερικά γυρίσματα στην Αθήνα ή την επαρχία σε χώρους που σχετίζονται με το θέμα της κάθε εκπομπής, καθώς και με «εκμετάλλευση» του πολύτιμου Αρχείου της ΕΡΤ και άλλων φορέων.

Ημερομηνία μετάδοσης: Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

και Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020, στις 00:15

«Λέρος, εξόριστοι στο Αιγαίο»

(Α΄ και Β΄ μέρος)

Οι «Ιστορικοί Περίπατοι» ταξιδεύουν στη Λέρο για να ανακαλύψουν το γιατί επελέγη το συγκεκριμένο νησί ως τόπος εξορίας για κοινωνικά ανεπιθύμητους ανθρώπους από την υπόλοιπη επικράτεια.


Τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βρίσκονταν υπό ιταλική διοίκηση από το 1912 μέχρι και τη συνθηκολόγηση των Ιταλών. Στη Λέρο, λόγω της μορφολογίας του εδάφους της, οι Ιταλοί έφτιαξαν τη μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της Μεσογείου. Τα επιβλητικά τεράστια κτήρια που κληρονόμησε αποδείχτηκαν ευχή αλλά και κατάρα για το νησί. Εκεί στεγάστηκαν μεταπολεμικά, παιδιά ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού και νεαροί αντάρτες, ψυχιατρικά ασθενείς, πολιτικοί εξόριστοι, πρόσφυγες.



Το διαβόητο Ψυχιατρείο της Λέρου αν και  έλυσε το οικονομικό ζήτημα των Λερίων με μόνιμες θέσεις εργασίας, στιγμάτισε ανεξίτηλα το νησί και τους κατοίκους του, όταν αποκαλύφθηκαν οι απάνθρωπες συνθήκες στέγασης των ψυχασθενών. Όταν το σκάνδαλο απέκτησε διεθνείς διαστάσεις, το κράτος αναγκάστηκε να σταματήσει να κωφεύει και να δώσει το πράσινο φως για να γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.


Μια ομάδα νεαρών γιατρών και λειτουργών ψυχικής υγείας από την Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρώπης, ακολουθώντας τα προστάγματα της «Σχολής της Τεργέστης», κατάφεραν να κάνουν έναν ριζικό μετασχηματισμό που αμφισβήτησε το ανίατο της κλασικής Ψυχιατρικής. Οι νεκρές ψυχές των τροφίμων έγιναν ζωντανές και οι άλλοτε δεσμοφύλακες έγιναν οι καλύτεροι θεραπευτές. Η ντροπή της Ευρώπης, έγινε το παράδειγμα της Ευρώπης.  Δυστυχώς όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, η μεταρρύθμιση έμεινε μετέωρη, λόγω έλλειψης κονδυλίων αλλά και ενδιαφέροντος από τους ιθύνοντες.


Ο Θοδωρής Μεγαλοοικονόμου, διευθυντής ψυχίατρος του Ψυχιατρείου τότε, κατά τη διάρκεια της μεταρρύθμισης και ο φωτογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος, που αποκάλυψε το κολαστήριο  της Λέρου για το περιοδικό «Ταχυδρόμος», είναι οι συνοδοιπόροι μας σ’ αυτό το συγκλονιστικό ταξίδι.


Παρουσίαση- αρχισυνταξία: Μαριλένα Κατσίμη.

Σκηνοθεσία: Έλενα Λαλοπούλου.

Διεύθυνση παραγωγής: Ελένη Ντάφλου.

Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιώργος Πουλίδης.



Πηγή: ΕΡΤ










 

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Παρέμβαση στη Διεθνή Συνάντηση της Τεργέστης, 23-26/9/2019




«ΚΑΛΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ» ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΠΟΡΤΕΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΘΗΛΩΣΕΙΣ» ΚΑΙ «ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ»

Όταν μιλάμε για λειτουργία μιας ψυχιατρικής μονάδας, και ιδιαίτερα μιας μονάδας εισαγωγών, με «ανοιχτές πόρτες και χωρίς μηχανικές καθηλώσεις και απομονώσεις» αναφερόμαστε στην αποδόμηση και το ξεπέρασμα των πιο ορατών και περιοριστικών μορφών του εγκλεισμού, ως μια πρώτη στιγμή έμπρακτης, και όχι στα λόγια, αμφισβήτησης της κυρίαρχης ψυχιατρικής.

Γιατί, φυσικά, η “κλειστή” ή “ανοιχτή πόρτα” δεν υπάρχει μόνο στην φυσική της μορφή, αλλά και στα “μυαλά”, στην νοοτροπία, την κουλτούρα. Είναι οι αντιλήψεις, που καλλιεργούν στάσεις, που περιχαρακώνουν και περιθωριοποιούν το πάσχων υποκείμενο μέσα στην κοινότητα. Που υψώνουν κριτήρια συμπερίληψης ή αποκλεισμού. Που λειτουργούν με νέες κατηγοριοποιήσεις, όχι μόνο αυτές των κλινικών ταξινομητικών συστημάτων, αλλά και στο εσωτερικό των πρακτικών της ίδιας της Αποκατάστασης.

Η “κλειστή” ή “ανοιχτή πόρτα” δεν έχει να κάνει μόνο με τις μικρο-κοινωνικές δυναμικές στο εσωτερικό ενός τμήματος. Έχει να κάνει με την κοινωνική αποστολή και το περιεχόμενο της ψυχιατρικής πράξης συνολικά. Έχει να κάνει με το καίριο ζήτημα της εξουσίας ανάμεσα σ΄ αυτόν που του έχει ανατεθεί η διαχείριση της ψυχικής οδύνης και σ΄ αυτόν που την υφίσταται - μια σχέση που αποτελεί συστατικό στοιχείο της θεραπευτικής πράξης και των όποιων τεχνικών μέσω των οποίων ασκείται. 
 
Από την στιγμή που οι μοντέρνες, “ανοιχτές” κοινοτικές υπηρεσίες στηρίζονται στις πλάτες του ψυχιατρείου, η “κλειστή πόρτα” αφορά και αυτές, διαπερνά την δική τους λειτουργία, ακυρώνει και την δική τους θεραπευτικότητα, γιατί αποτελεί, έστω και υπονοούμενο, μέρος της θεραπευτικής συλλογιστικής τους για οποιοδήποτε περιστατικό. 
 
Την ίδια στιγμή, θεωρούσαμε πάντα την μηχανική καθήλωση ως μια κορυφαία στιγμή της διαδικασίας ακύρωσης του προσώπου του πάσχοντος υποκειμένου από την κυρίαρχη ψυχιατρική. Μια πρακτική που αντανακλά την θεωρητική και θεραπευτική της φτώχια και την ανικανότητά της ν΄ αντιμετωπίσει, σε ισότιμη βάση, τον ψυχικά πάσχοντα ως υποκείμενο, ως ένα ανθρώπινο όν στην υπαρξιακή και κοινωνική του ολότητα, φορέα πολύπλοκων αναγκών, αλλά και δικαιωμάτων που πρέπει να γίνονται σεβαστά όπως όλων. 
 
Το πρόβλημα δεν έγκειται, απλώς, στις «παρενέργειες» της «μεθόδου», δηλαδή, στο γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει, και εξακολουθούν να πεθαίνουν, εξαιτίας της μηχανικής καθήλωσης, Ούτε είναι, απλώς, ζήτημα «σωστής εφαρμογής» της «μεθόδου», με την τήρηση πρωτοκόλλου, που θα ρυθμίζει τη χρήση της και θα επιτρέπει την εφαρμογή της μόνο σε «καταστάσεις ανάγκης». Η κυριότερη παρενέργεια της είναι η ίδια η ενέργειά της, ή ίδια η δράση της, η ίδια η εφαρμογή της, ως τρόπος, ως πρακτική αντιμετώπισης μιας δύσκολης κατάστασης στη σχέση με τον «άλλο». 
 
Αυτό που συνιστά την πρακτική του εγκλεισμού, στον πυρήνα της, είναι η αντίληψη της προστασίας κυρίως ως φύλαξης και της θεραπείας συνήθως συνυφασμένης με τη στέρηση της ελευθερίας. Σε κάθε διαδικασία πραγματικού (και όχι εξωραϊστικού) μετασχηματισμού, το στοιχείο της προστασίας πρέπει να διατηρηθεί, αλλά απεγκλωβισμένο από τον όποιο κατασταλτικό χαρακτήρα και υπό ριζικά διαφορετικούς όρους : να παρέχεται, δηλαδή, σε συνάρτηση με την ελευθερία του υποκειμένου (μέσα από μια σχέση ισότιμου διαλόγου και διαπραγμάτευσης μαζί του). Μια ελευθερία, όμως, που δεν θα ισοδυναμεί με εγκατάλειψη, αλλά θα τυγχάνει της ολόπλευρης στήριξης και συνοδείας του υποκειμένου στην κοινότητα. Αγνόηση του στοιχείου της προστασίας σημαίνει λογικές απονοσοκομειοποίησης, δηλαδή, «καταργησιακού» χαρακτήρα και όχι «ξεπέρασμα» του ιδρυματικού θεσμού προς ένα εναλλακτικό και ολοκληρωμένο (comprehensive) σύστημα υπηρεσιών, βασισμένο στην κοινότητα. 
 
Αν τα ως άνω στοιχεία δεν ληφθούν, στην ολότητά τους, σοβαρά υπόψιν, τότε η κουλτούρα και οι πρακτικές του εγκλεισμού μεταφέρονται αυτούσιες στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, όπως έχει δείξει περίτρανα η σχετική εμπειρία στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη.

Ήταν μια περίοδος στην Ελλάδα που βρισκόταν σε εξέλιξη (από το 2000) ένα δεκαετές πρόγραμμα για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», συγχρηματοδοτούμενο, όπως πάντα, από την ΕΕ που είχε ως στόχο το κλείσιμο των πέντε πιο μικρών ψυχιατρείων μέχρι το 2006 και των τριών μεγαλύτερων μέχρι το 2015. Καθώς η συντριπτική πλειονότητα της ψυχιατρικής κοινότητας στην Ελλάδα ούτε διεκδίκησε. ούτε κινήθηκε ποτέ πέρα από ένα πεδίο που κυμαινόταν από την πρόσδεση σ΄ έναν αμετάκλητο παλαιο-ιδρυματισμό μέχρι, το πολύ, σε μιαν επίπλαστη, απλώς λεκτική υιοθέτηση της κουλτούρας και των πρακτικών που τον αμφισβητούσαν (έναν, δηλαδή, νεο-ιδρυματισμό), το αποτέλεσμα ήταν το όλο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα να αναχθεί σε απλή μεταστέγαση των ασθενών χρόνιας παραμονής στα ψυχιατρεία σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές (που μεγάλο μέρος τους παραχωρήθηκε σε ΜΚΟ), χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο και κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών. Με ελάχιστα και υπολειτουργούντα ΚΨΥ και Κινητές Μονάδες με κατ΄ εφαπτομένην στο σύστημα ρόλο, χωρίς, ποτέ, καμιά τομεοποίηση των υπηρεσιών και με το 65% των εισαγωγών για νοσηλεία να είναι ακούσιες (με εντολή εισαγγελέα και εκτέλεση από την αστυνομία με χειροπέδες). Με συλλόγους, κινήσεις κλπ, χρηστών και οικογενειών, όλο και πιο αδύναμες όσο περνάει ο καιρός – συχνά χρησιμοποιούμενες, από την κυρίαρχη εξουσία, ως ξέπλυμα προαποφασισμένων, εξουσιαστικών διαδικασιών στο Υπουργείο κλπ, αλλά και ως η «έξωθεν καλή μαρτυρία» διαφόρων νεο-ιδρυματικών ΜΚΟ κλπ.

Ήταν μέσα σ΄ ένα τέτοιο υπό διαμόρφωση πλαίσιο, που ξεκίνησε το 2004, η λειτουργία του 9ου ΨΤΕ στο ΨΝΑ, ταυτόχρονα με την επιδίωξη ίδρυσης και λειτουργίας ενός κοινοτικού Κέντρου Ψυχικής Υγείας, του οποίου η λειτουργία ξεκίνησε στα τέλη του 2006. Είχε προηγηθεί μια διαδικασία αποιδρυματοποίησης στο εσωτερικό του ΨΝΑ, με το κλείσιμο μιας πτέρυγας χρόνιας παραμονής, με τη μετάβαση των εγκλείστων σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές.

Έγινε, από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του 9ου ΨΤΕ, και για αρκετά μεγάλη περίοδο, μια μεγάλη προσπάθεια από την θεραπευτική του ομάδα για την κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων με ταυτόχρονη διατήρηση ανοιχτής της πόρτας από το πρωί μέχρι το βράδυ. Επρόκειτο για ένα «τμήμα εισαγωγών» με κατά μέσον όρο 30-35 νοσηλευόμενους, με συνολικό νοσηλευτικό προσωπικό αρχικά 17 και βαθμιαία να φτάνει τα 13 άτομα. Είναι σαφές ότι οι αναλογίες αριθμού κλινών (νοσηλευομένων) με αυτόν του προσωπικού, ιδιαίτερα του νοσηλευτικού, ήταν σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που απαιτείται προκειμένου να διατίθεται η ποσοτική παράμετρος που μια πρακτική πλήρους κατάργησης των καθηλώσεων απαιτεί (πέρα από τον πρωτεύοντα χαρακτήρα της ποιοτικής παραμέτρου που συνίσταται στην υιοθέτηση μιας πολιτικής, μια θεραπευτικής «σκέψης και πράξης» κατά των καθηλώσεων). Όντας το μοναδικό «τμήμα εισαγωγών» στο ΨΝΑ (και σε εθνική κλίμακα) που λειτουργούσε μ΄ αυτό τον τρόπο, είναι επόμενο ότι σηματοδοτούσε μιαν οιωνεί ορατή παραφωνία (το «διαρκές ρίσκο», το «κατ΄ εξακολούθησιν πρόβλημα», το «μη κανονικό» μέσα στον κατ΄ εξοχήν χώρο της «μη κανονικότητας»), λαμβάνοντας και τις ανάλογες απαντήσεις και στάσεις από όλες τις βαθμίδες των κατεστημένων εξουσιών εντός του ψυχιατρείου. Λειτουργούσε, δηλαδή, στη βάση μιας συνθήκης, όχι αποδοχής, αλλά από ανοιχτά εχθρικής και υπονομευτικής έως απλώς ανοχής (που αντανακλώνταν, ως είναι φυσικό, και στο εσωτερικό της θεραπευτικής ομάδας), με επικρεμάμενη την απόδοση ευθυνών για «ό, τι συμβεί» σε αυτούς που είχαν την πρωτοβουλία να λειτουργεί το τμήμα μ΄ αυτό τον τρόπο.
Κρίσιμα σημεία για την επιτυχία του εγχειρήματος ήταν, κατ΄ αρχήν, η διασύνδεσή του με το Κέντρο Ψυχικής Υγείας, η επιδίωξη της λειτουργίας τους με τομεοποιημένη βάση και οπωσδήποτε ο ενιαίος και διασυνδεδεμένος χαρακτήρας στη βάση του οποίου λειτουργούσε η θεραπευτική ομάδα στις διασυνδεδεμένες μονάδες.

Το σκεπτικό στο οποίο βασίστηκε η δημιουργία του ΚΨΥ ήταν ότι, με δεδομένη την κατάσταση στην Ελλάδα στο χώρο της ψυχικής υγείας, το στοίχημα θα έπρεπε να είναι όχι η ίδρυση μιας ακόμα κοινοτικής μονάδας, σε μια λογική παράλληλης και αποκομμένης λειτουργίας, που θα άφηνε άθικτους τους θεσμούς του σκληρού ιδρυματισμού, αλλά μια κοινοτική μονάδα που θα ήταν καθεαυτή μια στιγμή, ένα εργαλείο και ένα προϊόν της υπέρβασης αυτών ακριβώς των θεσμών και των πρακτικών που αναπόσπαστο μέρος τους είναι οι δομές του σκληρού ιδρυματισμού. Ο,τι, δηλαδή, δεν θα αναπαρήγαγε το γνωστό μοντέλο οργάνωσης ‘κοινοτικών’ μονάδων τύπου ‘εξωτερικού ιατρείου’, που διαιωνίζουν την ανάγκη (και λειτουργούν στην υπηρεσία) του ψυχιατρείου (και της νοσοκομειακής νοσηλείας) αντί για την υπέρβασή τους. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, επρόκειτο να είναι η εναλλακτική απάντηση, πρωτίστως, στο πλήρες φάσμα των αναγκών του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής. 
 
Η διασυνδεδεμένη λειτουργία ψυχιατρικού τμήματος και ΚΨΥ θα έπρεπε, επομένως, να είναι σε τομεοποιημένη βάση, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια χώρα όπου δεν υπήρξε ποτέ, πλην μόνο στα χαρτιά, τομεοποίηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ύστερα από έντονη διαπραγμάτευση έγινε δεκτό ότι όλοι όσοι θα εισάγονταν στο εξής στο ΨΝΑ και είναι κάτοικοι των περιοχών που, στον μηδέποτε εφαρμοσθέντα σχεδιασμό της τομεοποίησης, φαίνονταν ν΄ ανήκουν στον συγκεκριμένο τομέα αναφοράς, θα νοσηλεύονταν στο εξής στο 9οΨΤΕ, έτσι ώστε, εν συνεχεία, να μπορούν να παρακολουθούνται και να στηρίζονται από το ΚΨΥ. 

Στο καταστατικό λειτουργίας του τμήματος αυτού περιλαμβάνονταν ορισμένα κομβικής σημασίας σημεία, τα οποία αποτελούν τους άξονες που διαπερνούν, το έδαφος πάνω στο οποίο βασίζεται η λειτουργία με «ανοικτές πόρτες και χωρίς καθηλώσεις», το είδος, δηλαδή, των σχέσεων που συγκροτούν και είναι συνυφασμένες με αυτή τη λειτουργία.

Ένα πρώτο σημείο ήταν η αναγνώριση της ανάγκης να λαμβάνεται υπόψιν η απόσπαση του προσώπου από το ιδιαίτερό του πλαίσιο και ο κίνδυνος της υπαγωγής του στην κυρίαρχη λογική της υπέρμετρης ιατρικοποίησης του προβλήματος. 

Κι΄ ακόμα, ότι πρέπει να αποφεύγεται η άκριτη υποταγή/συμμόρφωση του ασθενή στους κανόνες του τμήματος, μέσω της υπαγωγής των (ιδιαίτερων και συγκεκριμένων) αναγκών των προσώπων σ΄ αυτούς τους (γενικούς και αφηρημένους) κανόνες. Κανόνες άκαμπτους, δομημένους στη λογική της επικινδυνότητας και του ελέγχου, της πειθαρχημένης διαβίωσης, της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας, βάσει των οποίων είναι οργανωμένες οι μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (αλλά, συχνά, και πολλές στεγαστικές δομές), σχεδόν πάντα τραυματικούς για την αυτοεκτίμηση του νοσηλευομένου. Ακόμα και στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του τμήματος πρέπει να δίνεται προσοχή, με αποφυγή κάγκελων, πλεγμάτων κλπ.

Σημαντικές στιγμές τονίζονταν ότι είναι αυτή της υποδοχής ενός νέου ασθενή στο τμήμα, όπως και γενικά η προσέγγισή του (πριν και ανεξαρτήτως της όποιας ιατρικής εξέτασης) προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια σχέση αμοιβαίας γνωριμίας μαζί του, η ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης, η προσβασιμότητα και η διαθεσιμότητα του προσωπικού ν΄ ακούει, ν΄ απαντά σε ανάγκες, επιθυμίες κλπ, η απεύθυνση, από τη μεριά του προσωπικού, με σεβασμό στο πρόσωπό του - και, φυσικά, ο σεβασμός στα δικαιώματά του, στους κοινωνικούς του ρόλους (οικογενειακούς, εργασιακούς κλπ). 

Συμπερασματικά, αυτό που είναι κρίσιμης σημασίας είναι η προσαρμογή της λειτουργίας μας (του θεσμού) στις ιδιαίτερες ανάγκες των νοσηλευομένων (αντί για το αντίθετο). 

Σε μια «κουλτούρα και πράξη» σ΄ αυτή την κατεύθυνση, η ενίσχυση και αναβάθμιση του ρόλου του νοσηλευτικού προσωπικού είναι στρατηγικής σημασίας, όπως και η ουσιαστική λειτουργία μιας πιο οριζόντιας ιεραρχίας, που συνεπάγεται περισσότερη συμμετοχή όλων των ειδικοτήτων στη λήψη αποφάσεων και επαναπροσδιορισμό των κατεστημένων ρόλων. 

Όπως προαναφέρθηκε, το εχθρικό κλίμα μέσα στο οποίο λειτούργησε αυτή η εμπειρία, παρά τα επιτυχή αποτελέσματά της, συνετέλεσε μετά από ορισμένα χρόνια, σε συνάρτηση και αλληλεπίδραση με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων στην Ελλάδα, στο κλείσιμο του κύκλου της.

Ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο του εκσυγχρονισμένου στη όψη, αλλά άκρως κατασταλτικού ψυχιατρικού κυκλώματος στην Ελλάδα, είναι ότι δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση «από τα μέσα», κανένα εγχείρημα, καμιά αμφισβήτηση του νεο-ιδρυματικού οικοδομήματος. Οι μηχανικές καθηλώσεις, ο μονόδρομος του ψυχοφάρμακου και η «περιστρεφόμενη πόρτα», είναι οι αυτονόητες και αδιαμφισβήτητες «θεραπευτικές» μέθοδοι. Ενα διάχυτα εχθρικό κλίμα στην όποια νύξη για τομεοποίηση των υπηρεσιών, άνοιγμα στην κοινότητα, αμφισβήτηση των μηχανικών καθηλώσεων. Οι ψυχιατρικές μονάδες δραματικά υποστελεχωμένες λόγω της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, οι ακούσιες νοσηλείες σε αμετακίνητες στα υψηλά τους ποσοστά, όλες οι μονάδες νοσηλείας γεμάτες ράντζα (συμβαίνει σε ψυχιατρικές κλινικές ψυχιατρείων ή γενικών νοσοκομείων, πλάι στις είκοσι κανονικές τους κλίνες και προστίθενται μέχρι, ενίοτε, και 30 ράντζα για να καλύψουν τις ανάγκες). Την περίοδο του 2014-15 η τότε κυβέρνηση επιχειρούσε να κλείσει τα τρία εναπομείναντα ψυχιατρεία με βίαιο τρόπο, μέσα σε λίγους μήνες χωρίς να υπάρχουν καθόλου εναλλακτικές υπηρεσίες, κοινοτικές κλπ, που θα τα αντικαθιστούσαν. Όταν ανέλαβε η κυβέρνηση της λεγόμενης «αριστεράς» από 2015, το κλείσιμο αυτό αναβλήθηκε, αλλά καμιά κοινοτική υπηρεσία δεν δημιουργήθηκε. Είχαμε για τέσσερα χρόνια απλώς λεκτικές αναφορές στην ανάγκη «ολοκλήρωσης της μεταρρύθμισης» (αυτής που δεν έγινε ποτέ) και ασκήσεις επί χάρτου με διάφορους σχεδιασμούς τομεοποίησης (γιγαντο-τομείς των 300 και 400.00 κατοίκων) που, έστω και αυτοί, ποτέ δεν εφαρμόστηκαν.

Έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με την παγίωση και λειτουργία αυτού που έχει ονομαστεί «εκσυγχρονισμός του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος», ο οποίος συνίσταται στην ενσωμάτωση και αφομοίωση, στις κρατούσες εξουσιαστικές πρακτικές, ενός μέρους των αντίθετων και ριζικά εναλλακτικών απόψεων, με την ανοιχτή ή λαθραία αλλοίωση του αυθεντικού περιεχομένου τους. Χωρίς ποτέ, φυσικά, να πάψει ποτέ να πατάει πάνω στο έδαφος, να συμμαχεί και να ενσωματώνει στις γραμμές της, τις «παρωχημένες» πρακτικές, που, από τον «κριτική» στάση απέναντί τους, υποτίθεται ότι αντλεί την νομιμοποίησή της. Μια, φυσικά, άκρως επίπλαστη, ψευδοκριτική στάση. 

Αυτό φάνηκε στην αντιμετώπιση που είχαν κάποιες υποτίθεται εκσυγχρονιστικές απόπειρες της κυβερνητικής «αριστεράς», που δε πρόλαβαν να υλοποιηθούν λόγω των πρόσφατων εκλογών και της κυβερνητικής αλλαγής. Η μια αφορούσε την εισαγωγή της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα», ένα γνωστό, νεοφιλελεύθερης κοπής μέτρο διάχυσης της καταστολής μέσα στην κοινότητα, ως της μόνης απάντησης που μπορούσε να συλλάβουν η κυρίαρχη ψυχιατρική κοινότητα στην Ελλάδα και οι κυβερνώντες για την μείωση των ακούσιων νοσηλειών και διαχείρισης του προβλήματος των ράντζων. Στο ίδιο νομοσχέδιο εισήγαγαν και μια διάταξη που πρόβλεπε την εκτέλεση των ακούσιων νοσηλειών όχι αποκλειστικά από την αστυνομία, αλλά και με την συμμετοχή του ΕΚΑΒ και «ειδικά διαμορφωμένα» ασθενοφόρα. Δεν διευκρίνισαν ποτέ τι εννοούσαν ως «ειδική διαμόρφωση» των ασθενοφόρων. Και είναι χαρακτηριστικά τα σχόλια που ακούστηκαν από την πανεπιστημιακή ψυχιατρική κοινότητα ως προς το δεύτερο, στη δημόσια διαβούλευση του νομοσχέδιου, ότι η εκτέλεση των ακούσιων νοσηλειών από την αστυνομία δεν πρέπει ν΄ αλλάξει γιατί «ο παρανοϊκός ασθενής πρέπει να βλέπει τον αστυνομικό για να φοβάται» (Παύλος Σακκάς). Ενώ, ταυτόχρονα, «εκσυγχρονιστικές και καινοτόμες» ΜΚΟ τάχτηκαν ανοιχτά υπέρ της υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα, με την συμβουλή να εισαχθεί βαθμιαία και όχι απότομα!!! (Στ. Στυλιανίδης, ΕΠΑΨΥ κ.α).

Όλα αυτά, μέσα σε μια εποχή βαθιάς κρίσης, οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής, με στροφή στον συντηρητισμό και άνοδο των ποικίλων ακροδεξιών, ρατσιστικών μορφωμάτων στη μια χώρα μετά την άλλη, με διάχυτες τις ποικίλες εκδηλώσεις μιας κοινωνικής απελπισίας και με ταυτόχρονη την κρίση των προοπτικών μιας ορατής εναλλακτικής διεξόδου, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη, αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά ριζοσπαστικοί στην πρακτική κριτική μας απέναντι στην κυρίαρχη ψυχιατρική, να γυρίσουμε στις ρίζες - και οι ρίζες είναι η παράδοση του Μπαζάλια και της ιταλικής Δημοκρατικής Ψυχιατρικής, αλλά και άλλων συγγενών ρευμάτων (Δίκτυο Φωνών κλπ).

Γιατί η θεραπευτική διάσταση, όπως τόνιζε ο Μπαζάλια έχει ένα τεχνικό και ένα πολιτικό στοιχείο. Είναι μεγάλη αυταπάτη, όπως έδειξε η εμπειρία μας στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια, να δούμε τους μετασχηματισμούς στην ψυχική υγεία ως απλή διάδοση των νέων, «καλών πρακτικών». Η απορρόφηση της πολιτικής από το τεχνικό στοιχείο οδηγεί στην ατροφία, στον ακρωτηριασμό της κριτικής, στην υπονόμευση της θεραπευτικότητας. Στην αναπαραγωγή, δηλαδή, του παλιού «παραδείγματος» με νέα μορφή, έτσι ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικό στις νέες ανάγκες του συστήματος για κοινωνικό έλεγχο.

Σίγουρα η κατάσταση που επικρατεί και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη, είναι γεμάτη παγίδες για τους λειτουργούς, ιδιαίτερα για όσους πασχίζουν για την οργάνωση υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην βάση μιας ποιότητας, με σεβασμό και ενδιαφέρον για τον ψυχικά πάσχοντα. Θεωρούμε ότι ο λειτουργός ψυχικής υγείας, ενώ θα πρέπει να επιδιώκει να αποσπάσει το μάξιμουμ δυνατό για το θεραπευτικό και κοινωνικό συμφέρον των θεραπευομένων, δεν θα πρέπει, ωστόσο, να συμμετέχει στην αναπαραγωγή αυταπατών, ανάγοντας τις πρακτικές του, όσο «καλές» και αν τυχαίνει να είναι, σε πανάκεια που λύνει τα προβλήματα, αλλά, κατανοώντας την περιορισμένη εμβέλεια και της πιο «καλής πρακτικής», να κρατάει την αντίφαση ανοιχτή, να δυναμώνει την κριτική του στάση και να διεκδικεί. Γιατί, ποτέ δεν ήταν πιο επίκαιρη και πιο κρίσιμης σημασίας για την αβίωτη κατάσταση που βιώνουμε διεθνώς, η ρήση του Μπαζάλια ότι «η πολιτικοποίηση της πράξης μας είναι ακόμη η μόνη θεραπευτική πράξη, που μπορεί να συλληφθεί και που συμπίπτει με την αποκάλυψη - σε όλα τα επίπεδα της κοινότητας- των πιο σοβαρών, κρυμμένων αντιφάσεων του συστήματός μας».

25/9/2019
 




Θ. Μεγαλοοικονόμου
















Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Θ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ, ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΚΟΥΣΙΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ»



Στην εισηγητική έκθεση του Σχεδίου Νόμου γα την «Ακούσια ψυχιατρική περίθαλψη», που αναρτήθηκε στη Διαύγεια, στις 8 Μαίου 2019, παρατήρησα ότι χρησιμοποιούνται ως αναφορά δυο δημοσιευμένες εργασίες (στα «Τετράδια Ψυχιατρικής»), στις οποίες υπάρχει το όνομά μου. Μια συλλογική, που παρουσιάστηκε στο 20ο συνέδριο της ΕΨΕ το 2008 (από μέλη της θεραπευτικής ομάδας του ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων) και μια αποκλειστικά δική μου, που επικεντρώνει στο έμπρακτο, τότε, εγχείρημα, μέσω του εν λόγω ΚΨΥ, για μια κοινοτικά βασισμένη παρέμβαση, στην κατεύθυνση της ριζικής αμφισβήτησης του εγκλεισμού και του όποιου καταναγκασμού των χρηστών των υπηρεσιών. 

Και γίνεται, μάλιστα, χρήση ενός αποσπάσματος αυτού του κειμένου, που αναφέρεται στην κομβικής σημασίας ανάγκη του ξεπεράσματος «των πρακτικών της ιδρυματικής βίας», ακριβώς στην παράγραφο όπου επιχειρείται η θεμελίωση της νεοεισαγόμενης στην Ελλάδα άκρως κατασταλτικής πρακτικής της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα». Διαστρεβλώνοντας, δηλαδή, πλήρως και  συνειδητά, το νόημα του κειμένου στο οποίο παραπέμπει, χρησιμοποιώντας ένα χειραφετητικό θεραπευτικό πρόταγμα ως φύλλο συκής, ως φραστικό περιτύλιγμα της διάχυσης αυτών των ιδρυματικών πρακτικών (του εξαναγκασμού, της θεραπείας ως αμετάκλητα εξουσιαστικής πρακτικής) όχι, πλέον, μόνο μέσα στο ίδρυμα, αλλά μέσα σε όλη την κοινωνία. 

Θεωρώ ότι θα γνωρίζουν, όλα τα μέλη της ομάδας που συνέταξαν αυτό το «νέο» νομοθέτημα (που, όπως ανέκαθεν, δεν θ΄ ακουμπήσει στο ελάχιστο τις ασκούμενες πρακτικές και διαδικασίες παντελούς στέρησης των δικαιωμάτων ψυχικά πασχόντων) ότι, μέσα και από τις συλλογικότητες που λειτουργώ, έχω ταχθεί, εγγράφως και ονομαστικά, διαμετρικά αντίθετος στην «υποχρεωτική θεραπεία στην κοινότητα». Και μάλιστα, όχι μόνο τώρα που προετοιμαζόταν ως νομοθέτημα αλλά και πριν λίγα χρόνια, όταν τα ίδια τα μέλη της επιτροπής και άλλοι την παρουσίαζαν, πιέζοντας για την εφαρμογή της, μέσα από διάφορα ψυχιατρικά συνέδρια.

Γνωρίζουμε πολύ καλά το «ιστορικό» της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα»: από τις ΗΠΑ με την βίαιη απονοσοκομειοποίηση και το πέταγμα των ασθενών στο δρόμο, μέχρι τις γνωστές νεοθατσερικές πολιτικές του Μπλερ στην Μ. Βρετανία, ή και στη Σουηδία (με τις υποχρεωτικές στειρώσεις των ψυχικά πασχόντων μέχρι πριν μερικές δεκαετίες). Σημειωτέον μάλιστα δεν εφαρμόζεται καν (τουλάχιστον ακόμα) σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. 

Στο «πειραματόζωο», όμως, των ποικίλων μνημονιακών και «μετα»-μνημονιακών εφαρμογών, έχει βρει, από καιρού, πρόθυμους οπαδούς. Το επιχείρημα, στην ουσία του και όχι στα φραστικά του σερβιρίσματα, υποτίθεται ότι είναι «η μείωση των ακούσιων νοσηλειών» και, φυσικά, των ράντζων  (με ακόμα πιο γρήγορο εξιτήριο, ή μη εισαγωγή, αλλά με την υποχρέωση, μέσω εισαγγελέα, «να παίρνεις τα φάρμακα σου»-γιατί, φυσικά, «καμιά άλλη θεραπεία δεν υπάρχει»). 

Φτωχή σκέψη, ακόμα πιο φτωχό το αποτέλεσμα. Γιατί είναι γνωστό, εδώ και χρόνια, ότι η «υποχρεωτική θεραπεία στην κοινότητα» απέτυχε πλήρως στον διακηρυγμένο στόχο της, που ήταν πάντα η (νεοφιλελεύθερης λογικής) μείωση των ακούσιων νοσηλειών. Στην Αγγλία, πχ, τα ποσοστά των ακούσιων νοσηλειών έχουν φτάσει σε πρωτοφανή ύψη.

Σε κάθε περίπτωση, παρακαλώ πολύ την ομάδα που συνέταξε το νομοσχέδιο, την Δ/νση Ψυχικής Υγείας, τον ΓΓ και ίσως και τον υπουργό τον ίδιο, να αφαιρεθεί το όνομά μου από την εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου. 

Δεν επιθυμώ να έχω καμιά σχέση με αυτό το ανοσιούργημα.

8/5/2019



Θ. Μεγαλοοικονόμου






Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Τέλος στις παράτυπες ακούσιες νοσηλείες σε ιδιωτικά ψυχιατρεία



Άρθρο της Ντάνι Βέργου (αναδημοσίευση απ' την "Εφημερίδα των Συντακτών")


Τέλος στην ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές βάζουν οι εισαγγελικές αρχές. Η ιδιαίτερα σημαντική απόφαση επιλύει την «μακροχρόνια παράτυπη, αν όχι παράνομη και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας ακολουθούμενη από τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές διαδικασία σχετικά με τη νοσηλεία ψυχικά ασθενών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές κατά τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας», όπως αποκαλύπτει η έκθεση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του υπουργείου Υγείας, που προκάλεσε την εισαγγελική παραγγελία και παρουσιάζει σήμερα η «Εφ.Συν.».

Είναι ενδιαφέρον, ωστόσο, ότι η απόφαση αφορά μόνο την Αθήνα, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχει κοινοποιηθεί στις εισαγγελικές αρχές της υπόλοιπης χώρας, τη στιγμή που, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας, οι ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές ανέρχονται σε 36, εκ των οποίων οι 12 βρίσκονται στην Αττική.

Στην έκθεσή της η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, την οποία διαβίβασε το υπουργείο Υγείας στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, κάνει λόγο για «πάγια και γενικευμένη πρακτική των εισαγωγών σε ιδιωτικές κλινικές επί σειρά ετών» και ζητά: «[…] από τις Εισαγγελίες να εφαρμοστεί η ισχύουσα νομοθεσία για την ακούσια νοσηλεία η οποία δεν επιτρέπει την εν λόγω νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 101 του ν. 2071/1992 και ιδιαίτερα του άρθρου 16 του ν. 2716/1999 για την ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές […]».

Αφορμή για τη σύνταξη της έκθεσης ήταν ο έκτακτος έλεγχος για τις συνθήκες νοσηλείας ψυχικώς πασχόντων σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, μετά από δημοσίευμα του VICE τον Μάρτιο 2018.

Στην έκθεση της Ειδικής Επιτροπής, σχετικά με την ακούσια και εκούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, διαπιστώνονται σημεία και τέρατα τα οποία δεν περιορίζονται στη συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική, αλλά περιγράφουν τη διαχρονική γενική εικόνα των εισαγωγών σε ιδιωτικές κλινικές.

 

Εκθεση-φωτιά

 

Ακολούθησε παραγγελία της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου, προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών να πράξει τα δέοντα.

Με τη σειρά του ο εισαγγελέας Ακροάσεων Πρωτοδικών Αθηνών με έγγραφό του προς τον διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με θέμα τη «νοσηλεία ασθενών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές κατά τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας», αποφαίνεται αυτολεξεί: «[…] ήδη από την 1-9-18 δεν πραγματοποιούνται μεταφορές ασθενών από δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής νοσηλείας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 101 του Ν. 2071/92 και 16 του Ν. 2716/99».

Με λίγα λόγια, βάζει τέλος στην πρακτική ετών μεταφοράς ακούσιων νοσηλειών του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό.

Τώρα, σε περίπτωση που έχει ήδη διαταχθεί ακούσια νοσηλεία με δικαστική απόφαση σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, ο ασθενής ή και ο εισαγγελέας αυτεπάγγελτα μπορούν να ζητήσουν να κινηθεί η διαδικασία (του άρθρου 99 παρ. 3 του ν. 2071/1992) για τη διακοπή της ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική

Μία στις τρεις εισαγωγές στην ιδιωτική κλινική που ελέγχθηκε, σύμφωνα με τα λεχθέντα των ψυχιάτρων, όπως καταγράφονται στην έκθεση της Ειδικής Επιτροπής, ήταν με ακούσια νοσηλεία.

Η εν λόγω ακούσια νοσηλεία, όπως επισημαίνεται, έγινε κατ’ αρχάς σε δημόσιο ψυχιατρικό νοσοκομείο ή ψυχιατρικό τμήμα γενικού νοσοκομείου (άρθρο 95 επόμ. του ν. 2071/1992) και στη συνέχεια κατόπιν αιτήματος της οικογένειας τροποποιήθηκε η απόφαση και έγινε διακομιδή στην ιδιωτική ψυχιατρική κλινική.

Σύμφωνα με την έκθεση, «οι ασθενείς βαπτίζονται “εκούσιοι” και υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι συγκατατίθενται στην εκούσια νοσηλεία, η οποία στην πλειοψηφία των περιπτώσεων φαίνεται ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις έγκυρης συγκατάθεσης. Παρόλο που υπάρχει το ανωτέρω σχετικό έγγραφο στο φάκελο των ασθενών, οι εκούσιοι νοσηλευόμενοι δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις της εκούσιας νοσηλείας του άρθρου 94 του ν. 2071/1992, σύμφωνα με την οποία “5. Αν ο ασθενής που νοσηλεύτηκε ακούσια ‘ζητήσει’ την εκούσια νοσηλεία του πρέπει να βεβαιωθεί από δύο ψυχιάτρους ή επ’ αδυναμίας εξεύρεσης δεύτερου ψυχιάτρου από έναν ψυχίατρο και έναν ιατρό παθολόγο η ικανότητα του ασθενή να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του”...».


Πάγια πρακτική

 

Ακόμα, αναφέρει η έκθεση, δεν τηρούνται οι προβλεπόμενοι νόμιμοι χρόνοι νοσηλείας, με συνέπεια την παραμονή επί μακρόν των ασθενών και την περίθαλψη ικανού αριθμού χρόνιων.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι διαπιστώσεις αυτές για την ακούσια και εκούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές «δεν αφορά μόνο την εν λόγω κλινική αλλά αποτελεί πάγια και γενικευμένη πρακτική των εισαγωγών σε ιδιωτικές κλινικές επί σειρά ετών».

Η Ειδική Επιτροπή συμπεραίνει ότι «έχει αναπτυχθεί μια παράτυπη διαδικασία, αν όχι παράνομη πρακτική, με την οποία διακομίζονται οι ακούσια νοσηλευόμενοι (αφού λάβουν εξιτήριο) από το δημόσιο νοσοκομείο στην ψυχιατρική κλινική με εντολή εισαγγελέα. Ωστόσο, μια τέτοια εισαγγελική εντολή δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο και φυσικά δεν τηρούνται οι εκ του νόμου προθεσμίες».

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν επιτρέπεται η ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις του άρθρου 101 του ν. 2071/1992 και ιδιαίτερα του άρθρου 16 του ν. 2716/1999.

Οι διατάξεις των νόμων (2716/1999, 2071/1992) για την ακούσια νοσηλεία διέπονται από την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών οι οποίοι εγκλείονται σε ψυχιατρικά ιδρύματα, λέει μιλώντας στην «Εφ.Συν.» ο Γιάννης Αλεξάκης, δικηγόρος, μέλος της Ειδικής Επιτροπής του υπουργείου Υγείας.

Ο νομοθέτης -προσθέτει– με τις διατάξεις αυτές διαφοροποίησε τη στάση του απέναντι στις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, εξαρτώντας την εφαρμογή των διατάξεων της ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές με την έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης –που θα περιλαμβάνει ειδικούς όρους και προϋποθέσεις για την υλοποίηση της ακούσιας νοσηλείας–, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί.

«Η δυνατότητα λοιπόν υλοποίησης της ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική –χωρίς την πρόβλεψη ειδικών όρων για την υλοποίησή της– είναι δυνατόν να οδηγήσει σε καταχρηστικές επιλογές και ουσιαστικά να ακυρώσει τις εγγυητικές διατάξεις που προβλέφθηκαν για τον φερόμενο ως ασθενή», καταλήγει.

 

 

Αυξημένες εγγυήσεις

 

«Η επιλογή αυτή στη σχετική νομοθεσία έχει να κάνει με το γεγονός ότι, όπως και στο Εισηγητικό Σημείωμα του έκτου κεφαλαίου του ν. 2071/1992 αναγνωρίζεται, “η ακούσια νοσηλεία αποτελεί παραβίαση στην προσωπική σφαίρα του πολίτη και υπό το πλαίσιο αυτό προβλέπονται αυξημένες εγγυήσεις” ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, θα έπρεπε να προβλέπονται και στην πράξη να εφαρμόζονται», συμπληρώνει μιλώντας στην «Εφ.Συν.» ο ψυχίατρος Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου.

Καταγράφονται, λέει, περιπτώσεις ακούσιων νοσηλειών που διαρκούν μεγάλη περίοδο χρόνου, ακόμα και χρόνια, τη στιγμή που η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας κινείται, όταν κρίνεται –στη βάση και της υπάρχουσας δομής και τρόπου λειτουργίας των ψυχιατρικών υπηρεσιών– ότι «δεν μπορεί να γίνει αλλιώς» και ο ασθενής εισάγεται σε δημόσιο νοσοκομείο όπου παραμένει μέχρι να επανέλθει, οπότε και λαμβάνει εξιτήριο.

Σε κάθε περίπτωση, η διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες, μπορεί να παραταθεί πέραν αυτών σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής που αποτελείται από τρεις ψυχιάτρους – τον θεράποντα γιατρό και δύο που ορίζονται από τον εισαγγελέα.

Η ακούσια νοσηλεία, προσθέτει ο Θ. Μεγαλοοικονόμου, μια διαδικασία ούτως ή άλλως ανοιχτή σε ποικιλότροπες, εμφανείς ή αφανείς, παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ψυχικά πάσχοντος, αποκτά περαιτέρω ανεξέλεγκτες παραμέτρους κατά την εκτέλεση και ως προς τη διάρκειά της όταν γίνεται στο ακόμα πιο ανεξέλεγκτο πεδίο των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών.

Οπου η ακούσια νοσηλεία αποτελεί την «πύλη εισόδου» για τη χρόνια παραμονή/εγκλεισμό του ασθενή, το κοινώς λεγόμενο «παρκάρισμα». Υπάρχουν πλείστα όσα σχετικά παραδείγματα, λέει.

 

 

Φειδώ και σωφροσύνη

 

Η σχετική διαδικασία θα πρέπει να ενεργοποιείται με φειδώ, σωφροσύνη και ευαισθησία και σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θέση του ατόμου σε ακούσια νοσηλεία θα πρέπει να επικρατεί η υπέρ της ελευθερίας επιλογή –in dubio pro libertate–, λέει ο Γιάννης Αλεξάκης.

Μάλιστα, προσθέτει, το άρθρο 95 παρ. 3 του ν. 2071/1992 ορίζει προς διασφάλιση του ατόμου ότι η αδυναμία ή η άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ’ αυτή ψυχική διαταραχή.

Γι’ αυτό, καταλήγουν και οι δύο συνομιλητές μας, πρέπει με όμοια παραγγελία της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου να ισχύσει η οδηγία για όλες τις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές της χώρας.

 

 

 

 

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

«Πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας» για 2+2 χρόνια μέσω ΕΣΠΑ και με τη συμφωνία των «θεσμών»! - Του Θεόδωρου Μεγαλοοικονόμου*




Η «Μεταρρύθμιση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας», που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, προβάλλεται από την κυβέρνηση σαν ένα προοδευτικό βήμα προς την «καθολική κάλυψη» των αναγκών υγείας όλου του πληθυσμού, καθώς και προς την «ισότιμη πρόσβαση και χωρίς οικονομική επιβάρυνση για τους πολίτες» στο σύστημα των υπηρεσιών.

Μια κίνηση που ξεσήκωσε αντιδράσεις από τα οργανωμένα και παγιωμένα ιδιωτικά συμφέροντα στον ιατρικό χώρο (Πατούλης κ.λπ.), τα οποία αισθάνονται ότι πλήττονται από την αναδιάταξη, που η «μεταρρύθμιση» αυτή επιφέρει, των κανόνων της αγοράς που επικρατούν στον χώρο της Υγείας.

Πρόκειται ωστόσο για μια αναδιάταξη σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από μια «σοβιετικού τύπου μεταρρύθμιση» (όπως για καθαρά αντιπολιτευτικούς λόγους ισχυρίστηκε η Ν.Δ.), καθώς οι σχετικές διατάξεις που ψηφίστηκαν, όπως η ίδια η κυβέρνηση δήλωσε επανειλημμένα, δεν ήταν παρά προϊόν «συμφωνίας με τους θεσμούς» έχοντας «ενσωματωθεί στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-22».

Το ερώτημα εν προκειμένω, που δεν χρειάζεται καν απάντηση, είναι: είχαμε πολλές (έστω και μία) διατάξεις, ρυθμίσεις κ.λπ., που επέβαλαν οι «θεσμοί» (η τρόικα) και που ήταν «για το καλό (και όχι για την καταστροφή) του λαού»;

Το σύστημα της πρωτοβάθμιας φροντίδας, με τον οικογενειακό γιατρό, τον γενικό γιατρό (general practitioner στην Αγγλία) κ.λπ., ως το πρώτο βήμα της πρόσβασης στο σύστημα και ηθμό ή, κατ’ άλλους, «φίλτρο» στην περαιτέρω κίνηση εντός αυτού, υπάρχει σε όλες τις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι τροϊκανοί.

Αρα δεν ήταν καθόλου δύσκολο να συμφωνήσουν στην εισαγωγή του και στην Ελλάδα, που, όπως σε όλα τα σχετικά με την κοινωνική πολιτική και το σύστημα Υγείας, δεν γνώρισε ποτέ τα μεταπολεμικά συστήματα (με όλες τους τις αντιφάσεις) «κράτους πρόνοιας» και υγείας που αναπτύχθηκαν στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Τα συστήματα όμως αυτά στη σημερινή Ευρώπη (τα οποία επιχειρείται να εισαχθούν και εδώ, με όλη την αποσπασματικότητα και την προχειρολογία του νόμου που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.), στην κατάσταση που αυτά είναι σήμερα, έχουν έστω και την παραμικρή σχέση με αυτό που ήταν όταν πρωτοδημιουργήθηκαν, στη βραχύβια περίοδο της μεταπολεμικής καπιταλιστικής «οικονομικής άνθησης», της «πλήρους απασχόλησης» και του, κεϊνσιανού, «κράτους πρόνοιας»

΄Η έχουν ισοπεδωθεί από τη μετάλλαξη των κεϊνσιανής έμπνευσης καπιταλιστικών πολιτικών σε ακραιφνώς νεοφιλελεύθερες πολιτικές, διατηρώντας από το παρελθόν μόνο το όνομα και το σχήμα, αλλά με κανένα τρόπο το περιεχόμενο

Έχοντας, δηλαδή, μετατραπεί στο εντελώς αντίθετο από αυτό που ήταν

Κάτι, δηλαδή, που έρχεται να «ταιριάξει» με τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, που δίνει αριστερόστροφες ονομασίες σε όλα τα νεοφιλελεύθερα μέτρα που επιβάλλουν οι «θεσμοί» και τα οποία πειθήνια αποδέχεται και εφαρμόζει.

Στην πραγματικότητα αυτό που εισάγει η κυβέρνηση είναι η κρίση των συστημάτων αυτών και όχι αυτό που, έστω και με τους όποιους περιορισμούς τους, σηματοδότησαν πριν από κάποιες δεκαετίες.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λειτουργία της πρωτοβάθμιας φροντίδας ως «ηθμού», ή, όπως πιο ανάγλυφα εκφράζεται σήμερα (αποκαλύπτοντας τον ρόλο που της επιφυλάσσεται), ως «gate keeping» του συστήματος - «φύλακα της εισόδου».

Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι λειτουργεί «προς» ένα εναλλακτικό ιατρικό «παράδειγμα», παρέχοντας μια πραγματικά (και όχι στα λόγια) ολιστική φροντίδα, σε διασύνδεση με άλλες υπηρεσίες, κοινωνικές κ.λπ., που δεν αφήνουν να προκύψει η όποια ανάγκη για παραπομπή στο δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο σύστημα.

Δεν «εμποδίζουν» την πρόσβαση, δεν «φυλάνε την πόρτα», δεν έχουν σκοπό της λειτουργίας τους να βάλουν «φραγμούς» στην κίνηση προς το δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο, αλλά απλώς λειτουργούν έτσι ώστε αυτό να μην προκύπτει ως ανάγκη παρά σε όσο το δυνατόν λιγότερες περιπτώσεις.

Η συγκρότηση και λειτουργία ενός πραγματικά ολοκληρωμένου και υψηλού ποιοτικού επιπέδου συστήματος υγείας, πλήρως δημόσιου και δωρεάν, βασισμένου σε μια πλήρως αναπτυγμένη πρωτοβάθμια φροντίδα, ήταν και παραμένει βασική επιδίωξη του όποιου κινήματος διεκδικεί μιαν άλλη Υγεία (εννοούμενη και ως υγεία των ανθρώπων, αλλά και ως συστήματος), κάτω από τον έλεγχο των εργαζόμενων σ’ αυτήν, των ασθενών και της κοινωνίας.

Τι γίνεται όμως εν προκειμένω, π.χ. στην Αγγλία, όπου η κατάρρευση του NHS (Εθνικού Συστήματος Υγείας) με τις δραστικές περικοπές που ξεκίνησαν επί Θάτσερ, συνεχίστηκαν επί Μπλερ και κορυφώθηκαν επί Κάμερον (με αποτέλεσμα το NHS να αποτελεί απλώς φάντασμα του πάλαι ποτέ εαυτού του)

Οι γιατροί (όπως και όλοι οι λειτουργοί υγείας στον τομέα τους) πρέπει να τηρούν αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες στην καθαυτό ιατρική πράξη, στον αριθμό των ανθρώπων που εξετάζουν, τον χρόνο που τους αφιερώνουν (συχνά ακόμα και η ψυχιατρική εξέταση είναι το πολύ 5 λεπτά), τι εξετάσεις προτείνουν κ.λπ., με συνέπεια, αν δεν τηρούν τις εκάστοτε προδιαγραφές, να υπάρχει επίπτωση στις απολαβές τους. Αντίστοιχα συμβαίνουν στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Γερμανία κ.λπ.

Η λογική του gate keeping, με όλη την περιρρέουσα συζήτηση περί ΕΣΑΝ, περί ανάγκης κανόνων για την «καταπολέμηση της σπατάλης» κ.λπ. θα οδηγήσει αναπόφευκτα σ΄ ένα επόμενο στάδιο, στους κανόνες που πρέπει να τηρούνται στην όποια πρωτοβάθμια φροντίδα.
 
Κανόνες που (όπως και στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια) είναι συνυφασμένοι με την «προσαρμογή της Υγείας, και γενικότερα των ανθρώπινων αναγκών, στην οικονομία» και όχι «της οικονομίας στις ανάγκες και στην Υγεία».

Συχνά ονοματίζεται «σπατάλη» η πραγματική ανάγκη, ενώ η υπάρχουσα πραγματική σπατάλη (τα συμφέροντα εταιρειών, φαρμακευτικών και άλλων, πανεπιστημιακών, μεγαλοδιευθυντών κ.λπ.) παίρνει απλώς άλλες μορφές στο όνομα της καταπολέμησής της.

Ίσως το πιο κρίσιμο σημείο στο όλο εγχείρημα για την Πρωτοβάθμια να είναι αυτό που την ακυρώνει και τη μετατρέπει σε κυριολεκτικό (ίσως και προεκλογικό, για «του χρόνου») πυροτέχνημα: ότι, δηλαδή, η όλη περιβόητη ρύθμιση της «μεγάλης αλλαγής» δεν είναι παρά ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ ορισμένου χρόνου.

Οι προσλήψεις έγινε δυνατό να προκηρυχτούν «αμέσως» γιατί είναι προσλήψεις ΕΣΠΑ (σχέση ιδιωτικού δικαίου 2+2 χρόνια).
Είναι πρόγραμμα Ε.Ε. και όχι χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Με τι ενδιαφέρον, τι δέσμευση, τι όραμα θα δουλέψουν οι γιατροί και οι άλλοι λειτουργοί που θα προσληφθούν με τη σύμβαση των 2 χρόνων

Γίνεται να μπει σε άλλη τροχιά η Υγεία χωρίς τη δέσμευση και το όραμα των λειτουργών σ’ αυτό που υποτίθεται είναι ο σκοπός για τον οποίο θα προσληφθούν

Θα έχουν προλάβει στα 2+2 χρόνια οι ΤΟΜΥ ακόμα και να συγκροτηθούν ως μονάδες, ως θεραπευτικές ομάδες κ.λπ. ή θα το έχουν καταφέρει «μια μέρα πριν» λήξει η σύμβαση

Γιατί μιλάμε για συγκρότηση μονάδων υγείας που δεν υπάρχουν και που θα πρέπει ν΄ αποκτήσουν υπόσταση (αφήνουμε εκτός σχολιασμού, εν προκειμένω, τον τρόπο λειτουργίας τους, το κομφούζιο της σχέσης τους με άλλες μονάδες κ.λπ.).
 
Και μετά τα 2 ή τα 4 χρόνια, τι; Θα αναλάβει το εγχείρημα ο προϋπολογισμός; Θα έχει υπάρξει η «ανάπτυξη»; Τα «αντίμετρα»; Τα «πρωτογενή πλεονάσματα»;

Μα αυτά δεν παράγονται από τις δραστικές περικοπές στα πάντα; Σ’ αυτές τις περικοπές δεν οφείλεται η καταβαράθρωση της Υγείας που υπάρχει σήμερα, η δραματική υποστελέχωσή της;

Άλλωστε τα κοινοτικά προγράμματα (ΕΣΠΑ και όποια άλλα) γι’ αυτόν τον σκοπό έγιναν και χρησιμοποιούνται: ως πρόσκαιροι, πυροσβεστικοί μηχανισμοί, με σκοπό να διαχειρίζονται και/ή να μετριάζουν τη φωτιά που ανάβει η εσαεί δημοσιονομική προσαρμογή, η μαζική ανεργία και η πλήρης ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας.

Εν προκειμένω, για να μπει το σύστημα Υγείας στην τροχιά που θέλουν οι «θεσμοί» με τους νέους κανόνες στη βάση των οποίων θέλουν να λειτουργεί το σύστημα.

Επομένως όσο κι αν «κλαίγονται» οι Ιατρικοί Σύλλογοι, οι ιδιώτες γιατροί παραμένουν ο «βασικός τροχός της αμάξης».

Μετά 2 ή 4 χρόνια (από κοινού με τις ιατρικές εταιρείες και συμπράξεις) μπορεί να είναι και ο μόνος.












Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Η «διοικητική μεταρρύθμιση» στην ψυχική υγεία ως φύλλο συκής της κατασταλτικής ψυχιατρικής


Μέσα σ' ένα νομοσχέδιο «σκούπα», παγιωμένη πλέον τακτική της μνημονιακής διακυβέρνησης, φέρνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. τις διατάξεις για τη «μεταρρύθμιση της διοικητικής οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», μια ακόμα επίπλαστη κίνηση που κυριολεκτικά ισοδυναμεί με απλό «σκούπισμα» των ερειπίων στα οποία έχει οδηγηθεί, από τις ασκούμενες πολιτικές, ο ανέκαθεν πολύπαθος αυτός χώρος.

Την ίδια στιγμή που με το τέταρτο «μνημόνιο διαρκείας» θεσμοθετούνται πολιτικές που επιδεινώνουν περαιτέρω το όποιο έδαφος έχει απομείνει, πάνω στο οποίο μπορούσε να ακουμπήσει και να στηριχτεί το στοιχειωδώς «καλώς έχειν» (η «ψυχική υγεία») του καθενός (με την περαιτέρω μείωση των συντάξεων, την επέκταση της φοροληστείας, την απελευθέρωση/ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, τις χωρίς τέλος ιδιωτικοποιήσεις των «κοινών» και την απεξάρθρωση του δημόσιου), το ψυχιατρικό think tank του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ή, μάλλον, προσπαθεί να μας πείσει, ότι η αρχή για την όποια αλλαγή στον διαλυμένο χώρο της ψυχικής υγείας, ή για μιαν «επανεκκίνηση» από το τέλμα της, μηδέποτε γενομένης, «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», είναι η «διοικητική μεταρρύθμιση».

- Χωρίς στο ελάχιστο ν' αμφισβητείται ο όλο και πιο κατασταλτικός χαρακτήρα της κυρίαρχης ψυχιατρικής, τα καθημερινά (ως επί το πλείστον αφανή) εγκλήματα που επιτελούνται στο όνομα της «θεραπείας», αλλά πρωτίστως της «προστασίας της κοινωνίας» από τους υποτίθεται «επικίνδυνους» ψυχασθενείς.

- Χωρίς καμιά νύξη για την επικρατούσα ψυχιατρική κουλτούρα και πράξη, για τη δραματική αποψίλωση των μονάδων ψυχικής υγείας από προσωπικό και υλικούς πόρους, για το όργιο των μηχανικών καθηλώσεων και του «θεραπευτικού μονόδρομου» του ψυχοφάρμακου, για την διαρκή και θεωρούμενη ως αυτονόητη (ως «αναγκαία για την θεραπεία» τους) καταπάτηση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, για την συνεχιζόμενη ασυδοσία των ΜΚΟ ψυχικής υγείας.

Ποτέ, ωστόσο, μια πραγματική μεταρρύθμιση δεν είχε ως αφετηρία, ως βάση, διοικητικού χαρακτήρα αλλαγές, ερήμην της καθημερινής πράξης, του τρόπου αντιμετώπισης του ψυχικά πάσχοντος ως υποκειμένου και ισότιμου συνομιλητή, με ό,τι ριζικές ανατροπές σε θεσμικό επίπεδο απαιτούνταν για την πλαισίωση και τη στήριξη αυτής της ριζικά εναλλακτικής προσέγγισης, αυτού του μετασχηματισμού των σχέσεων εξουσίας.
Παρά τις μεγάλες διαφορές τους, οι όποιες αλλαγές, μεταπολεμικά, στα συστήματα ψυχικής υγείας στην Αγγλία, στη Γαλλία και προπαντός στην Ιταλία με τον Fr. Basaglia, βασίστηκαν πάνω σε (και υποκινήθηκαν από) συγκεκριμένες εμπειρίες και πρακτικές, που είχαν ήδη δείξει το θεραπευτικό και χειραφετητικό δυναμικό τους πριν μετουσιωθούν σε νομοθετικές ρυθμίσεις.

Για να φτάσουν, φυσικά, με τη σειρά τους, να γίνουν θεσμοί εξουσίας, που θα έπρεπε και πάλι να αμφισβητηθούν- γιατί μόνο στη διαδικασία της έμπρακτης αμφισβήτησης και ριζικού μετασχηματισμού του εκάστοτε κυρίαρχου θεσμού είναι που ανοίγει ο χώρος για τον πραγματικά «θεραπευτικό παράγοντα», που είναι αδιανόητος χωρίς ελευθερία.

Οπως έχει, επίσης, δείξει η διεθνής εμπειρία, το να ξεκινάει κανείς από την «διοικητική αναδιοργάνωση» του συστήματος ήταν πάντα συνδεδεμένο με την αναπαραγωγή του υπάρχοντος συστήματος στην κατεύθυνση της απονοσοκομειοποίησης, του, νεοφιλελεύθερης κοπής, βίαιου κλεισίματος των ψυχιατρείων, με τις γνωστές συνέπειες που αυτό είχε, και έχει, διεθνώς.
Γνωρίζουμε ότι ο στόχος του κλεισίματος των εναπομεινάντων ψυχιατρείων σ' αυτή τη χώρα, χωρίς τη δημιουργία των αναγκαίων εναλλακτικών, ολοκληρωμένων και κοινοτικά βασισμένων υπηρεσιών, δεν έχει φύγει από το προσκήνιο - απλώς υλοποιείται με λιγότερο θορυβώδεις και ταχύρυθμους τρόπους απ' ό,τι πριν.

Είναι, μάλιστα, πιθανόν ότι ένα από τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι και το νομοσχέδιο αυτό, σύμφωνα και με τις αρμοδιότητες που δίνει στα Περιφερειακά Διατομεακά Συμβούλια, τα οποία, χωρίς να υπάρχει μια πολιτική ψυχικής υγείας, και πάνω στην έρημο των υπηρεσιών αυτών, θα μπορούν να αποφασίζουν για το κλείσιμο, τη συγχώνευσή τους κ.ο.κ., ανακατεύοντας κατά το δοκούν το χυλό μιας χύτρας όλο και πιο άδειας.

Η «περιφερειοποίηση», που θα είχε νόημα αν υπήρχε μια πολιτική για ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα ψυχικής υγείας με αντίστοιχη κουλτούρα, πόρους κ.λπ., γίνεται τώρα το άλλοθι και το όχημα του ξεφορτώματος των ευθυνών της εσαεί, από εδώ πέρα, μνημονιακής διακυβέρνησης.

Αν στοιχειωδώς, ωστόσο, οι περί την ηγεσία του υπουργείου Υγείας συντάξαντες το νομοσχέδιο ενδιαφέρονταν πραγματικά για ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα, αντί να αναλωθούν στη σύνταξη αυτής της «έκθεσης ιδεών» που αποτελεί αυτό το νομοσχέδιο, μήπως θα έπρεπε να σπεύσουν να ασχοληθούν με κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά, ότι δηλαδή ένα κτίριο στην οδό Πειραιώς, κοντά στο Γκάζι, αξίας 7,3 εκατ. ευρώ, που αγοράστηκε με κονδύλια ΕΣΠΑ για να φτιάξει το ΨΝΑ ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας (βασική μονάδα ενός κοινοτικά βασισμένου συστήματος), αντί γι' αυτό χρησιμοποιείται εδώ και ένα χρόνο για τη στέγαση των εξωτερικών ιατρείων του ψυχιατρείου και οικοτροφείων; Και να εξασφαλίσουν ότι το κτίριο αυτό θα στεγάσει πραγματικά τη λειτουργία για την οποία αγοράστηκε, δηλαδή ενός ΚΨΥ;

Οι ανακοινώσεις που εξέδωσαν πέρσι η Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία (25/4/16) και η Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση (6/6/16) έχουν καλύψει πλήρως τον επίπλαστο και προσχηματικό χαρακτήρα του νομοσχέδιου αυτού.

Το νομοσχέδιο μιλάει για τομεακές επιτροπές χωρίς να υπάρχει στην πράξη τομεοποίηση, με την περιοχή, π.χ., του λεκανοπεδίου των περίπου 5 εκατ. κατοίκων να διαιρείται σε μόλις έντεκα γιγαντο-τομείς (επί χάρτου, βέβαια, καθώς οι υπηρεσίες, εδώ και πάνω από 30 χρόνια που υπάρχει υποτίθεται ψυχιατρική μεταρρύθμιση, δεν λειτουργούν, και αρνούνται να λειτουργούν, σε τομεοποιημένη βάση).

Και αυτό τη στιγμή που, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, ένας Τομέας Ψυχικής Υγείας δεν μπορεί να έχει πάνω από 100.00 κατοίκους, τις ανάγκες των οποίων πρέπει να καλύπτει ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας και μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου, από κοινού με το όλο πλέγμα των κοινοτικών υπηρεσιών που αρθρώνονται και συνδέονται με αυτές τις μονάδες.

Εξίσου επίπλαστη και προσχηματική είναι η υποτιθέμενη «φωνή» που δίνει το νομοσχέδιο στα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία και στους συλλόγους των οικογενειών, που εκπρόσωποί τους θα συμμετέχουν στις τομεακές επιτροπές. Εκτός του ότι αυτή η συμμετοχή έχει, σ' ένα βαθμό, νομοθετηθεί εδώ και λίγα χρόνια, το κυριότερο είναι ότι αυτοί οι εκπρόσωποι χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικό στοιχείο, ως η έξωθεν καλή μαρτυρία, καθώς λόγος πραγματικός και εξουσία πραγματική ποτέ δεν τους δίδεται.

«Γιατί είναι η κυρίαρχος λόγος, ο ταυτοποιημένος με την αστική εξουσία, που διανέμει τους τρόπους, τους χρόνους και τους χώρους στους οποίους μπορούν να μιλάνε, αλλά με τους δικούς του όρους, με τη δική του γλώσσα», αυτή του κράτους και της κυρίαρχης ψυχιατρικής.

Στη βάση και της εμπειρίας από τα δύο χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ: οι ατέρμονες συζητήσεις στις επιτροπές του Υπουργείου, πού κατέληξαν, σε ποια έμπρακτη αναγνώριση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων, σε ποια έστω στοιχειώδη αλλαγή του «τρόπου σκέψης και πράξης» της κυρίαρχης ψυχιατρικής, σε ποια μεταρρυθμιστική πρακτική;

Προς το τέλος της «σκούπας» υπάρχει και η διάταξη για την ΑΕΜΥ ΑΕ – έναν φορέα ενδιάμεσο ανάμεσα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, που θα εμπλέκεται, μεταξύ άλλων, και στη διάσωση των δομών ΜΚΟ που, για διάφορους λόγους, κλείνουν, αλλά που οι εργαζόμενοί τους θα μπορούν να συνάψουν μόνο απευθείας ατομικές συμβάσεις έργου με την ΑΕΜΥ, το πολύ για ένα χρόνο, διατηρώντας το ασφαλιστικό φορέα στον πιο ήταν, αλλά χάνοντας όλα τα δικαιώματά του, καθώς μετά, η ΑΕΜΥ θα μπορεί να προλαμβάνει όποιον και όσους θέλει, και με τους όρους που θέλει.
Ταυτόχρονα θεσμοθετείται η δυνατότητα απόσπασης υπαλλήλων του δημοσίου στην ΑΕΜΥ (με απροσδιόριστους τους όρους μισθοδοσίας και των λοιπών δικαιωμάτων, αν θα παραμείνουν αυτοί που ήταν πριν ή αν θα είναι αυτοί που ισχύουν στην ΑΕΜΥ).

Η πρακτική διάσταση στα νομοθετήματα της «πρώτη φορά αριστεράς» δεν υπάρχει στις «αριστερόμορφες» και καθαρά λεκτικές διακηρύξεις και ρυθμίσεις. Πρακτική διάσταση, δηλαδή, εφαρμογή, υπάρχει μόνο όταν αυτά πλήττουν δικαιώματα και κεκτημένα.

Και εν προκειμένω, στο χώρο της ψυχικής υγείας, η μόνη πρακτική συνέπεια που μπορεί να έχει αυτό το νομοσχέδιο για την «διοικητική μεταρρύθμιση» είναι ν΄ αποτελεί ένα βοηθητικό εργαλείο για το όπως-όπως κλείσιμο των ψυχιατρείων.

Την ίδια στιγμή που ένα άλλο νομοσχέδιο, αυτό που μόλις πρόσφατα ανακοινώθηκε και αφορά τους λεγόμενους «ακαλόγιστους» του αρ. 69 ΠΚ, είναι πιο άμεσα «πρακτικό» καθώς, πέρα από τις όποιες μεγαλόσχημες διακηρύξεις για εναλλακτικές προσεγγίσεις/ρυθμίσεις στο ζήτημα της λεγόμενης «επικινδυνότητας» και της μεταχείρισης των ανθρώπων αυτών, αυτό που εισάγει, και που είναι προς άμεση εφαρμογή, είναι αυτό που η ιερά συμμαχία ψυχιατρικής κοινότητας (δημόσιου και ΜΚΟ) και δικαστικού σώματος περιμένει με ανυπομονησία (και πιέζει) εδώ και πολύν καιρό: το «ειδικό τμήμα» (το «ειδικό κολαστήριο» θα έπρεπε από τώρα να λέγεται) για τον εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων».

Παρ' όλο, βέβαια, που ορισμένοι καλοθελητές έτσι χαρακτηρίζουν και τα τμήματα στα οποία τώρα νοσηλεύονται/φυλάσσονται οι ασθενείς αυτοί, ως «ειδικές ψυχιατρικές πτέρυγες», ενώ είναι σε όλους γνωστό ότι τέτοια τμήματα δεν υπάρχουν στο ΨΝΑ και στο Δρομοκαΐτειο, όπου οι ασθενείς με το καθεστώς του άρ. 69 νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών όπως όλοι οι άλλοι ασθενείς.

Η αμφισβήτηση του «κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος» και η μετάβαση πέρα από αυτό, προς μια ριζικά εναλλακτική ψυχιατρική κουλτούρα, πρακτική και οργάνωση υπηρεσιών, προφανώς δεν αφορά αυτούς που υπηρετούν την «υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» (πολιτική, κοινωνική, θεσμική) - παρ' όλο που κατά κόρον χρησιμοποιούν τον όρο («αλλαγή παραδείγματος» κ.λπ.) ως λεκτικό πυροτέχνημα.

Είναι υπόθεση κοινωνικού κινήματος «από τα κάτω», λειτουργών ψυχικής υγείας που παλεύουν καθημερινά προς αυτή την κατεύθυνση, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία ανεξάρτητα οργανωμένων, συλλόγων οικογενειών, κοινωνικών συλλογικοτήτων, που όχι απλώς οραματίζονται, αλλά και έμπρακτα παλεύουν προς μιαν άλλη, ριζικά εναλλακτική «κοινωνική τάξη πραγμάτων».

1/3/2017

Αστρινάκης Γιώργος, ψυχίατρος
Κοκκινάκος Γιώργος, ψυχίατρος
Μάτσα Κατερίνα, ψυχίατρος
Μεγαλοοικονόμου Θόδωρος, ψυχίατρος
Μπαϊρακτάρης Κώστας, αν. καθηγητής Ψυχολογίας ΑΠΘ





 Πηγή : "Εφημερίδα των Συντακτών"


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

"Νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους δράστες»: προς το καλύτερο ή το χειρότερο;" - Άρθρο του Θ. Μεγαλοοικονόμου στην "Εφημερίδα των Συντακτών"


Μ΄ ένα νομοσχέδιο, με τίτλο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής», το οποίο, παρά τη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα του ζητήματος, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μόλις για μια βδομάδα, τα αρμόδια Υπουργεία (Υγείας και Δικαιοσύνης) αποφεύγουν, για μιαν ακόμη φορά, να θίξουν το πρόβλημα στη ρίζα του, επιχειρώντας μιαν απλώς νέα, πιο νομότυπη και ιδρυματικά «αποτελεσματική» διαχείρισή του. 
Μέχρι τώρα αυτό που κυριαρχεί σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των ατόμων που έχουν διαπράξει αδίκημα, για το οποίο κρίνονται «ακαταλόγιστοι» λόγω ψυχικής (ή διανοητικής) διαταραχής, είναι μια κατάσταση πλήρους ανομίας και αυθαιρεσίας, ένα απαύγασμα αλληλοαναιρούμενων διαδικασιών ως η κανονικότητα του εν λόγω πεδίου. Οταν, πχ, ο νόμος  (αρ. 69 ΠΚ) προβλέπει ότι «το δικαστήριο διατάσσει την φύλαξη σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα, εφόσον κρίνει ότι είναι επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια», την ίδια στιγμή που δεν υπήρξε ποτέ το «δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα» που, τουλάχιστον στο τυπικό μέρος, να λειτουργεί στη βάση των όρων της «φύλαξης» : οι έγκλειστοι «ακαταλόγιστοι» του αρ. 69 νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών του ψυχιατρείων από κοινού με όλους τους άλλους νοσηλευόμενους, ενώ ακόμα και το τμήμα των «ακαταλογίστων» του ΨΝΘ δεν πληροί τους όρους του, βάσει του νόμου, ειδικού «θεραπευτικού καταστήματος». Σημειωτέον ότι ο νόμος μιλάει για «φύλαξη», αλλά όχι για «θεραπεία», την οποία ακριβώς  αντιστρατεύονται οι όροι της φύλαξης.
Όταν, επομένως, δεν προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η χορήγηση θεραπευτικών αδειών στους εν λόγω εγκλείστους (πράγμα που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της θεραπείας τους), τη στιγμή που οι περισσότεροι ψυχίατροι χορηγούν, με άτυπες διαδικασίες, αυτές τις άδειες, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να βρεθούν στο εδώλιο ως κατηγορούμενοι γιατί απλώς έκαναν το καθήκον τους ως θεραπευτές. Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι, βάσει της υπάρχουσας νομοθεσίας, μόνο σε δυο κατηγορίες κρατουμένων δεν επιτρέπεται η άδεια, στους ενόχους εσχάτης προδοσίας και στους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69!!! Βέβαια, μ΄ έναν άκρως αυθαίρετο τρόπο, η εφαρμογή του μέτρου αυτού επεκτείνεται σήμερα και σε άλλες κατηγορίες, προσδιοριζόμενων ως «επικίνδυνων», κρατουμένων, αλλά δεν είναι του παρόντος. 
Μια άλλη από τις αντιφάσεις είναι η διαμονή πολλών εκ των «εγκλείστων» αυτών σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές (ξενώνες, οικοτροφεία) ενώ δεν έχει αρθεί το μέτρο της φύλαξης - διαμένουν, δηλαδή, με απόφαση (και πολύ σωστά) του θεράποντος ψυχιάτρου και εν γνώσει των διοικήσεων των ψυχιατρείων, σε εξ’  ορισμού μη φυλασσόμενες δομές. 
Τέλος, το αρ. 70 ΠΚ που προβλέπει ότι «η φύλαξη συνεχίζεται όσο χρόνο το επιβάλει η δημόσια ασφάλεια» (δηλαδή, με απόφαση του ψυχιάτρου ή του δικαστή μπορεί ο «ακαταλόγιστος» να κάτσει και εφ΄ όρου ζωής μέσα, πολύ περισσότερο απ΄ όσο αν έπαιρνε ποινή για το αδίκημά του), επισημαίνει, επίσης, ότι «κάθε τρία έτη το δικαστήριο…. αποφασίζει αν η φύλαξη θα εξακολουθήσει» και προσθέτει ότι «το ίδιο δικαστήριο μπορεί, όμως, οποτεδήποτε, με αίτηση του εισαγγελέα ή της διεύθυνσης του καταστήματος (δηλαδή, με την γνωμάτευση του ψυχιάτρου) να διατάξει την απόλυση εκείνου που φυλάσσεται». Πολλοί, όμως, δικαστές και εισαγγελείς (αλλά και ψυχίατροι) συνηθίζουν να θυμούνται μόνο τη φράση με τα τρία χρόνια, αλλά να «ξεχνούν» το υπόλοιπο του άρθρου, με αποτέλεσμα να απορρίπτονται (ή να μην εισάγονται) υποθέσεις όταν δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον τα τρία χρόνια. 
Πλέον αυτών, στη διάρκεια του χρόνου, ορισμένοι, ενίοτε όλοι, οι έγκλειστοι του αρ. 69 έγιναν ανεπιθύμητοι στα ιδρύματα όπου «φυλάσσονται», είτε γιατί είναι δύσκολοι στην διαχείρισή τους (με έσχατη αιτία την απουσία κατάλληλης θεραπευτικής κουλτούρας και επαρκούς και κατάλληλα εκπαιδευμένου θεραπευτικού προσωπικού), είτε και γιατί καταλαμβάνουν, για απροσδιόριστη χρονικά περίοδο (ετών), κρεβάτια που θα μπορούσαν να διατίθενται για τις νέες εισαγωγές.
Το αίτημα «από τα κάτω» (ψυχίατροι και προσωπικό των ψυχιατρείων) και η επεξεργασία «από τα πάνω» (πανεπιστημιακοί της ψυχιατροδικαστικής και στελέχη/σύμβουλοι των διαδοχικών ηγεσιών του Υπουργείου) ήταν η δημιουργία «ειδικού χώρου» για τον εγκλεισμό τους. Όχι μια εναλλακτική προσέγγιση στην πολυπλοκότητα του προβλήματος, αλλά ένας άλλος χώρος. 

Και έρχεται τώρα αυτό το νομοσχέδιο να δώσει «απαντήσεις» σε όλα αυτά. Αυτό που κάνει, είναι, διατηρώντας την ουσία, και επί του εδάφους του υπάρχοντος συστήματος, να θεσμοθετεί δομές και διαδικασίες «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας».
Κάποιοι ασθενείς θα εισάγονται σε «ειδικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού νοσοκομείου γενικού νοσοκομείου». Εχουμε, δηλαδή, την ίδρυση «δικαστικού ψυχιατρείου», έστω με λίγες κλίνες, όπως αναφέρεται (αυτό, όμως, είναι όπως πάντα, σχετικό, γιατί όλα αυτά αρχίζουν με «λίγες» κλίνες που μετά πολλαπλασιάζονται - η ιδρυματική ιστορία είναι πολύ εύγλωττη επί του προκειμένου), καθώς, μάλιστα, θα είναι, για την λειτουργία του, υπό την εποπτεία εισαγγελέα. Ισως, μάλιστα, να επιλεγεί και η γραμμή για πολλά «μικρά» δικαστικά ψυχιατρεία, αν και λίγο δύσκολο- ίσως το πολύ δυο.

Είναι ενδιαφέρουσα η φρασεολογία του νομοσχεδίου για την στελέχωσή τους,  ότι «η θεραπευτική ομάδα αποτελείται κυρίως από ψυχιάτρους, νοσηλευτές, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς…». Το «κυρίως» τι χρειάζεται;. Μήπως θα είναι και άλλοι, δηλαδή, πρωτίστως φύλακες; Κι΄ αμέσως παρακάτω : «το διοικητικό και λοιπό προσωπικό… λαμβάνει την κατάλληλη εκπαίδευση…». Πού ακούστηκε τμήμα ψυχιατρείου (ή γενικού νοσοκομείου) με «λίγες κλίνες» (τι είναι το «λίγες» για τους συντάξαντες; πέντε, δέκα ή εκατό;) να έχει και δικό του διοικητικό προσωπικό; Αρα, για κάτι άλλο πρόκειται εδώ. Και επίσης, το «λοιπό προσωπικό», είναι αυτό που κρύβεται πίσω από το άνωθεν «κυρίως», δηλαδή, φύλακες, φρουροί κοκ; 
Κι αν υπάρχει το «ειδικό τμήμα», τότε γιατί προτείνεται εκτέλεση του μέτρου ασφαλείας και σε κανονικό ψυχιατρικό τμήμα (όπως και τώρα δηλαδή); Προφανώς αυτό θα αφορά τους πιο «διαχειρίσιμους» ασθενείς, που, όμως, σύμφωνα με την φρασεολογία του νομοσχεδίου, θα «τοποθετούνται» εκεί - δεν θα είναι για νοσηλεία (αυτονόητη όταν και για όσο χρειάζεται), αλλά για επ΄ αόριστον παραμονή, απλώς γιατί θα είναι πιο «καλοί και ευπειθείς». 
Τέλος, υπάρχει το «κερασάκι», η δυνατότητα για υποχρεωτική θεραπεία και ψυχιατρική παρακολούθηση, στα εξωτερικά Ιατρεία, από Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ή Κινητή Μονάδα. Με τη λογική του εξωτερικού ιατρείου (με την μερικότητα της αντιμετώπισης των αναγκών  που την διακρίνει, τον συνταγογραφικό της χαρακτήρα κλπ) τελείως ανεπαρκή - όχι μόνο γι΄ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και για το είδος της φροντίδας που προσφέρεται στην κανονική «πελατεία» του. Με τα ΚΨΥ, που θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση - στο βαθμό που θα έκαναν ολοκληρωμένη κοινοτική φροντίδα - να είναι από ανύπαρκτα έως άκρως υποστελεχωμένα και υπολειτουργικά. Και τις Κινητές Μονάδες, που ανήκουν όλες σχεδόν σε ΜΚΟ, να είναι, επίσης,  υποστελεχωμένες,  με επισκέψεις που ενίοτε, σε κάποια μέρη, μπορεί να φτάσουν να γίνονται μόλις μια φορά το μήνα. 
Είναι τελείως ασαφές με ποια κριτήρια θα επιλέγεται το είδος της δομής για την εκτέλεση του μέτρου ασφάλειας (αν και είναι προφανές ότι έχει να κάνει με το πόσο «επικίνδυνος» και «δύσκολος» κρίνεται ο «δράστης»), αλλά σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νομοσχέδιου, είναι ο εισαγγελέας που επιλέγει όχι μόνο την πιο κοντινή στον τόπο κατοικίας, αλλά και αυτήν που «κρίνεται καταλληλότερη».
Υπάρχει η πρόβλεψη ότι θα μπορεί ο εγκλεισμός στο «ειδικό τμήμα» στο νοσοκομείο να αντικαθίσταται από την «υποχρεωτική θεραπεία» εκτός (αν και δεν φαίνεται κάπου ότι αυτό θα μπορούσε να κριθεί από την αρχή ως το πιο κατάλληλο μέτρο), ενώ το μόνο θετικό στο όλο νομοσχέδιο είναι ότι, επιτέλους, θα μπορούν να δίνονται θεραπευτικές άδειες - αν και, ακόμα και εδώ, υπάρχει ο άνωθεν έλεγχος, καθώς η χορηγούμενη άδεια θα πρέπει να τίθεται υπόψιν του αρμόδιου εισαγγελέα. 
Αυτές οι διατάξεις καταλήγουν, ωστόσο, να λειτουργούν εξωραϊστικά καθώς έρχονται να συνοδέψουν μια πρωτοφανή κατασταλτική πολιτική που εισάγεται για πρώτη φορά μέσω νομοθεσίας. Για πρώτη φορά, δηλαδή, αναφέρεται σε νόμο η έγκριση της πρακτικής της μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης, με όλα τα προσχηματικά περιτυλίγματα περί τήρησης πρωτοκόλλου, ως η έσχατη λύση κλπ. Οπως μάλιστα προβλέπεται στο άρθρο 11, το «ειδικό τμήμα» θα «διαθέτει την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό…».
Γνωρίζουμε πώς τηρούνται τα πρωτόκολλα σε όλες τις ψυχιατρικές μονάδες νοσηλείας (και όχι μόνο), με τον γιατρό, ενίοτε, απλώς να υπογράφει διεκπεραιωτικά την ανανέωση της εντολής για καθήλωση, με τις εντολές για τη τέλεσή της από τηλεφώνου, με τους όχι σπάνιους θανάτους μηχανικά καθηλωμένων ασθενών-των οποίων η αιτία θανάτου είναι η μηχανική καθήλωση. Υπήρξε, πρόσφατα, τέτοιο περιστατικό στο Δαφνί. Γνωρίζουμε, επίσης, για ασθενή του αρ. 69 επί μήνες καθηλωμένο.

Είναι αυτή η πάγια, συστατική της φύσης της, πρακτική μιας κυρίαρχης ψυχιατρικής, που ποτέ δεν μεταρρυθμίστηκε και ποτέ δεν άλλαξε - πρακτική η οποία εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό των καθημερινά εισαγόμενων στις ψυχιατρικές μονάδες για νοσηλεία, που σε ποσοστό πάνω από 60% είναι ακούσια νοσηλευόμενοι (αν και, ενίοτε, ακόμα και εκούσιοι καθηλώνονται). Τώρα έχουμε και την πρώτη νομοθετικού χαρακτήρα επιδοκιμασία αυτών των βάρβαρων πρακτικών – όταν, πχ, υπάρχουν εναλλακτικά  παραδείγματα, όπως η περίπτωση της νομαρχίας Friuli-Venezia-Giulia στην Ιταλία, που εξέδωσε πρόσφατα οδηγία για κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων σε όλες τις νοσοκομειακές και προνοιακές μονάδες. Δε λέμε να γίνουμε «Τεργέστη», αλλά, τουλάχιστον, ας μη κατοχυρώνουμε νομοθετικά αυτές τις πρακτικές. Το ότι το κάνουμε, σημαίνει ότι υπάρχει μια πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση. Μια πολιτική που συγκροτείται σωρεύοντας ως υλικά της αδιέξοδες και απελπιστικές καταστάσεις μέσα στα ψυχιατρεία και τα κάνει νόμους, δίνοντας νομική υπόσταση και κατοχύρωση στην βαρβαρότητα που ασκείται καθημερινά - αντί να επιδιώκει την επινόηση, την έμπρακτη άσκηση και την νομοθέτηση εναλλακτικών απαντήσεων, που υπάρχουν.  
Η γραμμή στην οποία κινείται το νομοσχέδιο γίνεται ακόμα πιο αποκρουστική όταν αναφέρεται, στο άρθρο 16, στη στείρωση και στη λοβοτομή, για τις οποίες λέει ότι «απαγορεύονται απολύτως… όπως και άλλες ανάλογες θεραπείες και επεμβάσεις οι οποίες προκαλούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην υγεία του ατόμου, κυρίως όταν αυτό δεν είναι ικανό να δώσει ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης». Δηλαδή, μπορεί το άτομο να επιλέξει τη λοβοτομή ή τη στείρωση, που, κατά τους νομοθέτες, μπορούν να γίνονται, είναι νόμιμες επεμβάσεις, αρκεί να το άτομο να το θέλει. Να υπάρχει “informed consent”. Από τη μια, το νομοσχέδιο αποδέχεται αυτές τις δολοφονικές πρακτικές ως νόμιμες ιατρικές πρακτικές και, από την άλλη, αφήνει, τάχατες, την ευθύνη επιλογής στον ασθενή, που γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες μπορεί να βρίσκεται και να αποφασίζει στο ως άνω περιγραφόμενο «ειδικό τμήμα» (και όχι μόνο σ΄ αυτό) και πώς, ταυτόχρονα, του αποσπάται το «informed consent” - όχι μόνο γι΄ αυτό αλλά και για πολλά πράγματα. 
Οπως ήδη ειπώθηκε, το νομοσχέδιο αυτό δεν κάνει άλλο από το να προσπαθεί να κανονικοποιήσει την υπάρχουσα ανομία δίνοντάς της νομική υπόσταση, κάνοντας την ανομία νόμιμη,  με τις όποιες εκσυγχρονιστικές διατάξεις και κυρίως φράσεις ως απλό σερβίρισμα μιας πιο ασφυκτικής διαχείρισης αυτού που κοινωνικά κατασκευάζεται ως «επικινδυνότητα» - ως ιδιότητα του ατόμου και όχι ως αυτού που πραγματικά είναι : προϊόν κοινωνικών σχέσεων, μιας κατάστασης και όχι του ατόμου. Μοιάζει να μιμείται, αλλά με τα γνωστά ελληνικά δεδομένα, από τη μια, το βρετανικό μοντέλο με τις δομές «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας» (high security, medium security, low security) και, από την άλλη, να εισάγει την δυνατότητα υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα, περισσότερο ως λεκτική συνοδεία πιο κλειστών και κατασταλτικών θεσμών, όπως το «ειδικό τμήμα». 
Παρόλο που θέτει ανώτατο όριο χρονικής διάρκειας για το μέτρο ασφάλειας, αυτό θα μπορεί να ανανεώνεται ανάλογα με την εκάστοτε δικαστική απόφαση (αλλά αυτό δεν γίνεται, στην πράξη, και τώρα;) και να συνεχίζεται επ΄ άπειρον, έστω και υπό την μορφή των κανονισμών της «υποχρεωτικής θεραπείας». 
Ακόμα και σε αυτούς που κρίνονται με μειωμένο καταλογισμό, προβλέπεται, στο βαθμό που δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της ποινής, η παραμονή τους στο γνωστό «ψυχιατρείο» του Κορυδαλλού, ενώ δεν προβλέπεται η εκτέλεση της ποινής τους με εναλλακτικούς τρόπους, εκτός των φυλακών (πόσο μάλλον για τους «ακαταλόγιστους»). Οταν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της ποινής, θα μπορεί να βρεθούν στις δομές που θα υπάρχουν για τους «ακαταλόγιστους», στο βαθμό που κρίνονται (και πόσο) «επικίνδυνοι». Η μέχρι τώρα εμπειρία από τις ασκούμενες πρακτικές είναι ότι πολλοί με μερικό καταλογισμό, που μπαίνουν στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, αποφυλακίζονται, όταν λήξει η ποινή τους, από αυτό και πετιούνται στο δρόμο. Δεν φαίνεται ν΄ αλλάζει κάτι επί του πρακτέου με το νέο νομοσχέδιο. 
Φυσικά, το νομοσχέδιο δεν ακουμπάει το ζήτημα από το οποίο θα έπρεπε να ξεκινήσει όποιο εγχείρημα θα αποσκοπούσε ν΄ αλλάξει, έστω και στο ελάχιστο, την υπάρχουσα κατάσταση. Και αυτό αφορά την εννοιολογική αποδόμηση (καθώς και των θεσμικών συμπαρομαρτούντων) της «επικινδυνότητας», της ανικανότητας και του «ακαταλόγιστου». Η όποια αλλαγή στο εν λόγω πεδίο μπορεί να αποχτήσει ουσιαστική βάση μόνο στο βαθμό που αμφισβητείται το «ακαταλόγιστο» ως μια μορφή απο-υποκειμενοποίησης του ψυχικά πάσχοντος ατόμου. Μπορούμε να μιλάμε το πολύ για «μερικό καταλογισμό», αλλά το «ακαταλόγιστο» δεν θα έπρεπε ν΄ ανήκει στην ψυχιατρική. Μπορεί να υπάρχει σε μιαν οργανική εγκεφαλική βλάβη, σε μια συγχυτική κατάσταση του προσώπου, βιολογικής αρχής, αλλά όχι στην ψυχική αρρώστια. 
Μάλιστα, σ΄ αυτή την κατεύθυνση, ουσιαστικό ρόλο παίζει ο τρόπος που γίνονται και συντάσσονται οι πραγματογνωμοσύνες - κάτι στο οποίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στο νομοσχέδιο, αν και είναι στη βάση αυτών που καθορίζεται η τύχη του ατόμου. Θα αναφέρονται, ως συνήθως, απλώς στην αφηρημένη οντότητα μιας διάγνωσης που εξηγεί τα πάντα, στη βάση του κοινωνικού (αλλά και ψυχιατρικού) στερεότυπου μιας (ανύπαρκτης) γραμμικής σχέσης ανάμεσα στην ψυχική αρρώστια και την επικινδυνότητα, ή σε μια ιστορία ενός υποκειμένου αναπάντητων αναγκών και αγνοημένων δικαιωμάτων;
Στη βάση των ανωτέρω, η αναγνώριση του ψυχικά πάσχοντος δράστη ως υποκειμένου με πλήρη δικαιώματα, μεταξύ άλλων και του δικαιώματος να σταθεί μπροστά στο δικαστήριο και να κριθεί για την όποια πράξη του, η εισαγωγή και η συγκεκριμένη εφαρμογή των εναλλακτικών (εκτός φυλακής) ποινών, συνδέεται όχι με καταστήματα κράτησης (με συνθήκες που, όπως έχει δείξει η εμπειρία, καταλήγουν πάντα χειρότερα από φυλακές), αλλά με τη δημιουργία κοινοτικά βασισμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας που θα μπορέσουν να τον ακούσουν, να διατρέξουν την ιστορική του διαδρομή, να κατανοήσουν και να απαντήσουν στις ανάγκες του, αναλαμβάνοντας με ολοκληρωμένο τρόπο την θεραπευτική του φροντίδα - με την υποχρεωτική, όσο διαρκεί το «μέτρο ασφάλειας», εφαρμογή της. Μια μορφή επιτηρούμενης ελευθερίας συνδεδεμένης μ΄ ένα θεραπευτικό πρόγραμμα. 
Αλλά αυτό θα προϋπέθετε την ριζική αμφισβήτηση του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, και ταυτόχρονα του τρόπου συγκρότησης και λειτουργίας του ποινικού/δικαστικού συστήματος, η «ιερά συμμαχία» των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει, εν προκειμένω, χωρίς τον κεντρικό χαρακτήρα του «ειδικού τμήματος». 
Με το ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, μετά την «αναβάθμισή» του με την ένταξή του στο ΕΣΥ, ν΄ αποτελεί έναν πολύ πιθανό, και ταυτόχρονα πολύ οικονομικό, προορισμό. 

*ψυχίατρος

Πηγή: efsyn.gr