Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Μαΐου 2023

Καφενείο στην Πρωτοβουλία 'Ψ'

 


Αυτή τη Δευτέρα 15 Μαΐου στις 18:30 ανοίγουμε το χώρο για καφενείο. Στην Αιθαλίδου 11 κοντά στο μετρό Αγ. Ιωάννη. 
 
Ελάτε να πιούμε τσάι ή καφέ, να τα πούμε, να γνωριστούμε, να μοιραστούμε και να παίξουμε αν θέλουμε.
 
Στα προηγούμενα καφενεία συναντηθήκαμε άτομα που έρχονται στην Πρωτοβουλία και άτομα που ήρθανε πρώτη φορά, αυθόρμητα συνυπήρξαμε, τα είπαμε και τελικά γράψαμε συλλογικές ιστορίες, διαβάσαμε κείμενα και ποιήματα και ζωγραφίσαμε. Ελάτε να δούμε όλα μαζί τι θα προκύψει αυτή τη φορά. 

Φέρτε ότι θέλετε να μοιραστείτε: κούραση, άγχος, στεναχώριες, μουσικά όργανα, κείμενα, ποιήματα, τραγούδια, γλυκά, φαγητά ή απλά την παρουσία σας.

Σας περιμένουμε.


ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ




Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΑΙΝΙΑΣ "Ένας χωρισμός" - Παρασκευή, 24/3/23 στις 19:30, Αιθαλίδου 11

 

Την Παρασκευή, 24/3/23, στις 19.30, θα προβάλουμε, στο χώρο της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ (Αιθαλίδου 11, Αγ Ιωάννης), την εξαιρετική ταινία του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί,

«Ενας Χωρισμός»



Η Σιμίν και ο Νάντερ είναι ένα παντρεμένο ζευγάρι και ζουν με την κόρη τους, Τερμέ, στην Τεχεράνη. Η Σιμίν αποφασίζει να εγκαταλέιψει τη χώρα, κάτι που ο Νάντερ δε θέλει. Επιπλέον, ο πατέρας του Νάντερ έχει Αλτσχάιμερ. Όταν τελικά η Σιμίν αποφασίζει να φύγει, ο Νάντερ κάνει αίτηση διαζυγίου. η Σιμίν φεύγει και η Τερμέ μένει με τον πατέρα της.

Ο Νάντερ, για να βοηθήσει τον πατέρα του, προσλαμβάνει τη Ραζί, μία έντονα θρησκευόμενη γυναίκα που είναι είναι παντρεμένη με τον οξύθυμο Χοτζάτ. Μετά από λίγο καιρό, η Ραζί μένει έγκυος. Μία μέρα, η Ραζί δεν μπορεί να βοηθήσει τον άρρωστο και όταν γυρνά στο σπίτι ο Νάντερ βρίσκει τον πατέρα του λιπόθυμο. Όταν η Ραζί γυρίζει στο σπίτι, ο Νάντερ τη διώχνει και την κατηγορεί ότι έκλεψε χρήματα. Αργότερα, η αδερφή του Χοτζάτ τους ενημερώνει ότι η Ραζί απέβαλε.

Στον Νάντερ ασκείται δίωξη με την κατηγορία ότι προκάλεσε της αποβολή της Ραζί. Ο Χοτζάτ γίνεται όλο και περισσότερο οξύθυμος και επιθετικός, ενώ αποκαλύπτεται ότι την ημέρα που απέβαλε, η Ραζί άφησε τον πατέρα του Νάντερ για να πάει σε γιατρό. Ο Νάντερ, συνδυάζοντας αυτά τα δύο γεγονότα, υποπτεύεται ότι ο Χοτζάτ είναι βίαιος σύζυγος και ότι αυτός προκάλεσε την αποβολή.

Στη συνέχεια, η Τερμέ κάνει ψευδή κατάθεση για να προστατέψει τον Νάντερ, ενώ η Σιμίν του λέει να τους δώσει χρήματα. Ο Νάντερ στην αρχή εξοργίζεται, καθώς θεωρεί ότι αυτό είναι μια παραδοχή ενοχής. Ωστόσο, η Ραζί αποκαλύπτει στη Σιμίν ότι έχει αμφιβολίες αν οι ενέργειες του Nader προκάλεσαν την αποβολή, σκεπτόμενη ότι είχε χτυπηθεί πιο πριν από ένα αυτοκίνητο και είχε αισθανθεί από τότε ότι μπορεί να αποβάλει. Επίσης, η Ραζί φοβάται ότι αν δεν πάρει τα χρήματα του Νάντερ, δε θα μπορέσει ο Χοτζάτ να αποπληρώσει τους οφειλέτες του, καταστρέφοντας την οικογένειά τους. Στην πορεία, η Σιμίν εξαναγκάζει την Τερμέ να φύγει μαζί της. Ο Νάντερ συμφωνεί να πληρώσει και ζητά από τη Ραζί να ορκιστεί στο Κοράνι ότι αυτός είναι η αιτία που απέβαλε. Δεδομένου ότι έχει αμφιβολίες, αρνείται, αν και ο Hodjat προσπαθεί να την αναγκάσει να ορκιστεί, για να αποφύγει την ατίμωση μπροστά στους πιστωτές του.

Στο τέλος, στο δικαστήριο, επανέρχεται η υπόθεση του διαζυγίου, το οποίο οριστικοποιείται. Η Τερμέ πρέπει να αποφασίσει με ποιον από τους γονείς της θέλει να μείνει και λέει στον δικαστή να περιμένουν και οι δύο έξω από την αίθουσα, πριν του πει την απόφασή της.

Ένα ζευγάρι, όπως αυτό της ταινίας, που κάποτε αγαπήθηκε και τώρα βρίσκεται σε ανελέητη σύγκρουση, τον άκρατο εγωϊσμό που διέλυσε το κάποτε κοινό τους όραμα και απειλεί το παιδί τους, τις ταξικές διαφορές και τις θρησκευτικές αγκυλώσεις στην καθημερινότητα.

Η ταινία είχε βραβευτεί, το 2011, με το Οσκαρ καλλίτερης ξενόγλωσσης ταινίας, με την Χρυσή Αρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, με τη Χρυσή Σφαίρα καλλίτερης ξενόγλωσσης ταινίας και με το βραβείο Σεζάρ καλλίτερης ξενόγλωσσης ταινίας.


Μετά τη προβολή θ΄ ακολουθήσει συζήτηση



Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

"Μαθαίνοντας-Ξεμαθαίνοντας: Διάλογοι πάνω στην τρέλα" — Διημερίδα 3 & 4 Μαρτίου 2023

 


Χρειάζεται να δούμε πως οι άνθρωποι είναι ειδικοί για τις ζωές τους, καθώς αυτοί είναι φορείς της αλήθειας του βιώματος τους και έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να ζητήσουν και να λάβουν την υποστήριξη που χρειάζονται. 
 
Περισσότερες πληροφορίες για τη διημερίδα καθώς και το πλήρες πρόγραμμα θα ανακοινωθούν τις επόμενες μέρες. 
 

ΔΙΚΤΥΟ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΦΩΝΕΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

"Καφενείο" στο χώρο της Πρωτοβουλίας 'Ψ' : Τρίτη 14 Φεβρουαρίου & Τρίτη 21 Φεβρουαρίου στις 18: 00

 

 
Την Τρίτη 14 και την Τρίτη 21 Φεβρουαρίου στις 18:00 ανοίγουμε τον χώρο της Πρωτοβουλίας για καφενείο. 

Στην οδό Αιθαλίδου 11, κοντά στο μετρό Αγ. Ιωάννης. Ελάτε να πιούμε τσαγάκι, καφέ, να τα πούμε να γνωριστούμε και να παίξουμε αν θέλουμε. 
 
Στο προηγούμενο καφενείο στην Αιθαλίδου συναντηθήκαμε άτομα που γνωριζόμασταν και άτομα που δεν γνωριζόμασταν, άτομα που έρχονται στην Πρωτοβουλία 'Ψ" και άτομα που ήρθαν πρώτη φορά. 

Αυθόρμητα συνυπάρξαμε, τα είπαμε, γνωριστήκαμε και τελικά παίξαμε, ζωγραφίσαμε και μοιραστήκαμε ποιήματα και κείμενα μας. 

Συζητήσαμε και για την ανάγκη μας να συνυπάρχουμε συχνότερα έτσι απλά και αυθόρμητα. 

Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε να ανοίξουμε τον χώρο για καφενείο τις επόμενες 2 Τρίτες. 

Ελάτε να πιούμε τσάι ή καφέ, να τα πούμε, να γνωριστούμε, να μοιραστούμε και να παίξουμε αν θέλουμε. 

Φέρτε ό,τι θέλετε να μοιραστείτε: κούραση, άγχος, στεναχώριες, μουσικά όργανα, κείμενα, ποιήματα, τραγούδια, γλυκά, φαγητά ή απλά την παρουσία σας. 

Σας περιμένουμε.
 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Μεταχριστουγεννιάτικο καφενείο στο χώρο της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’

 

 


 

 

Την Τρίτη 24/1 ανοίγουμε τον χώρο της πρωτοβουλίας ‘’Ψ’’ , στην οδό Αιθαλίδου 11, κοντά στη στάση του μετρό Αγίου Ιωάννη στο Παγκράτι.


Ο χώρος αυτός φιλοξένησε και φιλοξενεί πρωτοβουλίες αμφισβήτησης της κυρίαρχης ψυχιατρικής και φωνές οι οποίες δε βρίσκουν πάντα το χώρο να ακουστούν, φωνές σιγανές, φωνές ηχηρές, φωνές ψιθυριστές, μελαγχολικές η χαρούμενες, ξεχωριστές όπως ο καθένας και η καθεμία από εμάς.


Είμαστε άτομα που έχουμε δραστηριοποιηθεί η δραστηριοποιούμαστε στο χώρο της Πρωτοβουλίας «Ψ», μετά από κάποιο καιρό βρισκόμαστε ξανά στην Αθήνα και θέλουμε να ενώσουμε ξανά τις φωνές μας, τα χρώματα μας, τις ανησυχίες μας, τις εμπειρίες μας, τα «αχ» μας και τα «ουφ» μας και τα «ουαου» μας, αρθρωμένα σε διαφορετικές γλώσσες, διαλέκτους και τρόπους.


Θέλουμε να ενώσουμε τις σιωπές μας ακόμα και να μοιραστούμε τις ανησυχίες και τα βάρη μας. Θέλουμε να «χωρέσουμε» ξανά και για αυτό θα συναντηθούμε στο χώρο της Πρωτοβουλίας «Ψ». Θέλουμε να παίξουμε με ξεγνοιασιά και με χρώματα και με μουσικές και να γεμίσουμε το χώρο αυτό με «πειραματίσματα» και ηχοχρώματα μοναδικά όπως το καθένα από μας ή και απλά να συνυπάρξουμε και να γνωριστούμε.


Ελάτε να πιούμε ένα καφεδάκι ή τσαγάκι, να τα πούμε και να ζωγραφίσουμε και να παίξουμε αν θέλουμε.


Ότι θέλετε να μοιραστείτε ευπρόσδεκτο: γλυκάκια, φαγητά, χρώματα μουσικά όργανα ή και απλά την παρουσία σας, σας περιμένουμε.

 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

Η παρέμβαση της ΣυΚαΠρο στην εκδήλωση "Η αλλεγγύη είναι θεραπευτική": Κοινότητα, ψυχική υγεία και δύο χρόνια συνεργασίας με την πρωτοβουλία Ψ

 



Με αφορμή τα δύο χρόνια συνεργασίας μας με την πρωτοβουλία Ψ, αφετηρία της οποίας ήταν η ανάγκη ανθρώπων που διέμεναν στην γειτονιά των Προσφυγικών, μπορούμε να αποτυπώσουμε εμπειρίες και θέσεις πάνω στην κοινοτική διαχείριση θεμάτων ψυχικής υγείας, τουλάχιστον όσον αφορά τη μέχρι τώρα κοινή μας εμπειρία. Επίσης, τη γενική μας αντίληψη σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, σε συνάρτηση με το υπάρχον κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, καθώς και την προοπτική που βλέπουμε στο ειδικό κομμάτι του κινήματος που ασχολείται με την ψυχική υγεία.


Η κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών συγκροτείται στη βάση μιας κοινής ανάγκης, ακόμα και αν οι αφετηρίες είναι διαφορετικές. Στη βάση αυτή, η κοινή ζωή δεν μπορεί να έχει αποκλεισμούς, καθώς χτίζεται πάνω στη λογική της συμπεριληπτικότητας και της κοινής προοπτικής. Όλα τα θέματα αντιμετωπίζονται συλλογικά στα πλαίσια της αυτοοργάνωσης και με τη συνείδηση ότι όλα τα μέλη της κοινότητας είναι επιμέρους στοιχεία ενός συλλογικού σώματος, αυτόνομα και ταυτόχρονα συνδεδεμένα οργανικά μεταξύ τους. Είμαστε μέρη της κοινότητας αρχικά και κύρια, γιατί θέλουμε να είμαστε μέρη αυτής. Η κάθε «αρρώστια» (ορισμός που αποδίδεται από την κυριαρχία) είναι μέρος της ζωής, άρα όλες τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων με θέματα υγείας τις αντιλαμβανόμαστε ως κομμάτι της ζωής, με τη συνείδηση ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει «ασθενείς», καθώς επίσης ότι η λεγόμενη «αρρώστια», η ανισορροπία της ομοιόστασης, ειδικά στο ψυχικό πεδίο, μπορεί να είναι το πολύτιμο καταφύγιο του ανθρώπου σε έναν κόσμο εντελώς ανάποδα.


Ως βασική ανθρώπινη ανάγκη, η οποία αποτελεί κομμάτι του πλαισίου της κοινότητας, αναγνωρίζουμε την επικοινωνία. Παρατηρούμε ότι οι άνθρωποι είμαστε καλύτερα όταν δημιουργούμε δεσμούς εμπιστοσύνης και σταθερότητας, όταν μας δίνεται ο χώρος και η δυνατότητα να εκφραζόμαστε και να μοιραζόμαστε σκέψεις και συναισθήματα.



Δεν απομονώνουμε ούτε κρύβουμε τους ανθρώπους της Κοινότητάς μας. Προσπαθούμε να τους εμπλέξουμε στις κοινοτικές εργασίες και δραστηριότητες με βάση τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντά τους, γιατί όσο απομονώνονται και βαπτίζονται μη ικανοί για τίποτα, ανατροφοδοτείται αυτή τους η ταυτότητα. Δίνοντας χώρο σε άλλα βιώματα, περιορίζεται η δυναμική του αρνητικού ή τραυματικού βιώματος, δεν κυριαρχεί μέσα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος παύει να είναι έρμαιο μιας ασθένειας. Η προτροπή για προσπάθεια είναι σημαντική γιατί αποτελεί τη βάση της ισότιμης αντιμετώπισης, της αλληλεγγύης. Το πλαίσιο που λειτουργούμε στην κοινότητα είναι κοινό σε όλ@. Πρώτα απ' όλα, υπάρχει η βάση της κοινής συμφωνίας και πλαισίου και όλες οι διαφορές έχουν να κάνουν με τις ανάγκες και τις δυνατότητες των ατόμων, καθώς η ασθένεια μόνο αυτά μπορεί να ορίσει.


Η κοινή ζωή, με τη διαφορετικότητα του καθεν@, βασίζεται στη συλλογική ευθύνη μέσα από ένα συλλογικό πλαίσιο και πρόγραμμα. Η φροντίδα του ενός απέναντι στην άλλη δεν οφείλεται ούτε στην προσωπική σχέση ούτε στη φιλανθρωπία, που αποτελεί μια κατεξοχήν προσωπική επιλογή, αλλά εκφράζει ακριβώς το συλλογικό πνεύμα της κοινότητας, έτσι ώστε να προχωράμε όλ@ μαζί μπροστά. Ζώντας μαζί, ακόμα και ελλείψει θεωρητικής κατάρτισης πάνω σε θέματα ψυχικής υγείας, αντιλαμβανόμαστε εμπειρικά τι συμβαίνει στους ανθρώπους και ενσωματώνοντας τις ιδιαιτερότητες δουλεύουμε προς μια προωθητική κατεύθυνση, συλλογικά.



Καθώς οι άνθρωποι δεν ζουν σε κοινωνικοπολιτικό κενό, η ψυχική υγεία δεν είναι ανεξάρτητη από το οικονομικό/κοινωνικό/πολιτικό σύστημα. Πολλά από τα προβλήματα των ανθρώπων λύνονται όταν αναιρεθεί πρακτικά η αιτία που τα γεννά, η οποία εντοπίζεται στις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν κυρίως λόγω ταξικής θέσης. Η κοινότητα μέσω των δομών της επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στις ανάγκες των ανθρώπων καθώς και προοπτικές. Ακόμα και τα θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους και καλούνται περισσότερο «υπαρξιακά» μόνο μέσω του μοιράσματος και της κοινής προοπτικής μπορούν να μετουσιωθούν προς δημιουργικές κατευθύνσεις.



Η πρωτοβουλία Ψ συμμετέχοντας για την κάλυψη των αναγκών της γειτονιάς των Προσφυγικών, στηρίζει την αυτοοργανωμένη δομή της κοινότητας. Αντιλαμβανόμαστε αυτή τη συνεργασία ως μακροπρόθεσμη και βασισμένη σε μεταξύ μας σχέσεις αλληλεξάρτησης. Η πρωτοβουλία Ψ ασχολείται μ’ ένα ειδικό κομμάτι ενός ευρύτερου κινήματος, στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την ψυχική υγεία από μια κινηματική, ριζοσπαστική και αγωνιστική σκοπιά. Η αυτοοργάνωση των αντιστάσεων των από τα κάτω σε πιο σύνθετες δομές και βαθμίδες, με κινηματικούς και προοπτικούς όρους θεωρούμε ότι αποτελεί μια εκ των ουκ άνευ ευθύνη της, στην οποία πιστεύουμε ότι στεκόμαστε στο πλάι της με την ίδια την πολιτική και οργανική σχέση που συγκροτούμε μαζί της και μέσα από την γειτονιά των Προσφυγικών.



Όλα αυτά και ακόμη περισσότερα, διακυβεύονται με την καταστολή της κατειλημμένης γειτονιάς των Προσφυγικών Λ. Αλεξάνδρας και των κοινοτικών δομών της. Ταυτόχρονα όμως, οι ίδιες οι δομές είναι αυτές που συγκροτούν μέσα από τις ρεαλιστικές απαντήσεις που δίνουν, πραγματώνοντας τον σκοπό και τον ρόλο τους, ένα από τα πιο ισχυρά όπλα άμυνας της Κοινότητας μας απέναντι στους κρατικούς και κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Το φαντασιακό γίνεται ρεαλιστικό με αυτοοργάνωση, αντίσταση, αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια και αποτελεί το αντίβαρο στη βαρβαρότητα του ανάποδου κόσμου που ζούμε.


ΣυΚαΠρο (συνέλευση κατειλημμένων Προσφυγικών Λ. Αλεξάνδρας)
Δεκέμβρης 2022


Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Παρεμβάσεις μελών της "Ομάδας Παρέμβασης στα Προσφυγικά" της Πρωτοβουλίας 'Ψ' " στην εκδήλωση "Η Αλληλεγγύη είναι θεραπευτική".

 


Μερικές σκέψεις για την παρέμβαση στα Προσφυγικά”


Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που ξεκινήσαμε την παρέμβαση μας στην κοινότητα των προσφυγικών και μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πλέον αναπτύξει μία σχέση με πολλούς από τους ανθρώπους που κατοικούν εκεί. Μία σχέση που δε μπορεί να εύκολα να γίνει κατανοητή με τους συνήθης τεχνικούς όρους που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν μία “θεραπευτική παρέμβαση στην κοινότητα”. Συνήθως μιλούμε για “θεραπευτικό πλαίσιο” για “θεραπευτική πολυκλαδική ομάδα” για “διαγνωστικές κατηγορίες”, για “θεραπευτικό πρόγραμμα” κλπ.

Η φράση που ίσως θα απέδιδε καλύτερα τη σχέση αυτή είναι η “από κοινού αναζήτηση”. Μια πορεία που μας εμπλέκει σε μία διαρκή αναζήτηση νέων νοημάτων, δυνατοτήτων, απαντήσεων και διεξόδων, σε μία κοινωνική πραγματικότητα που παράγει φτώχεια, περιθωριοποίηση και κοινωνική δυστυχία.


Είναι η ψύχωση λέει “απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας” και είναι χαρακτηριστική στην ψύχωση η “απώλεια των ορίων του εγώ” και η “έλλειψη κινήτρου και βούλησης”.


Αναρωτιόμαστε...


Πως μπορεί ένας άνθρωπος να καταφέρει μέσα σε αυτήν την κοινωνική πραγματικότητα να του ανήκουν και να ορίζει, το σώμα του, το πρόσωπο του, τα συναισθήματα του, τη ζωή του; Όταν αμφισβητείται η ίδια η ύπαρξη του... Όταν δεν αναγνωρίζεται η ανθρώπινη υπόσταση του χωρίς χαρτιά, ΑΦΜ, κωδικούς TAXISNET και μισθωτήριο συμβόλαιο;


Ούτε καν στέγη, που είναι μια πραγματική υλική ανάγκη, αλλά ένα “μισθωτήριο συμβόλαιο” που πιθανά να αποτελέσει την “άυλη πύλη εισόδου” σε μία εφιαλτική κατά τα άλλα πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή στα σύνορα υψώνονται πραγματικοί φράχτες και ενώ άνθρωποι βασανίζονται και δολοφονούνται, καταλήγουν να εξαϋλώνονται, να εξαλείφονται, να εξαφανίζονται και η ίδια η ύπαρξη τους αμφισβητείται. Ποιες είναι οι λέξεις να περιγράψεις αυτή την πραγματικότητα;


Και ποια είναι αυτή η πραγματικότητα της οποίας την αίσθηση υποτίθεται “δεν έχεις” όταν δεν έχεις θέση σε αυτή, ως άνθρωπος χωρίς χαρτιά, χωρίς γραφειοκρατικό αποτύπωμα, χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα; Ποιος θέλει να έχει την αίσθηση μιας τόσο σκληρής πραγματικότητας;


Ποια είναι η “απώλεια των ορίων του Εγώ” όταν για το κράτος “δεν υπάρχω”; Όταν για να έχω άδεια παραμονής χρειάζεται να έχω εργασία, εισόδημα, ασφάλιση, μισθωτήριο συμβόλαιο και για να τα έχω όλα αυτά χρειάζομαι άδεια παραμονής;



    Και Εγώ... Που είμαι; Είμαι εκεί που έχω καταγραφεί ως πράξη γέννησης; Ή φωτογραφία σε ένα διαβατήριο ξεχασμένο στην τσέπη ενός παντελονιού που πετάχτηκε στα σκουπίδια;

    Και Εγώ... Υπήρξα ποτέ; Η μητέρα μου, ως ανήλικη, δεν με δήλωσε στην αστυνομία γιατί φοβόταν να μην έρθει και με πάρει ο πατέρας πίσω στην χώρα μας αφότου ήρθαμε στην Ελλάδα.


    Και Εγώ... Ήμουν παιδί. Δεν μεγάλωσα “κανονικά”, μεγάλωσα στο ίδρυμα. Ενώ τώρα, κανονικά, “μεγάλωσα”. Και έχω και ταυτότητα ... “Ναι!” Έχω και μια κόρη. Έχω λογαριασμό στην τράπεζα, έχω και PIN. Δεν ξέρω όμως το αριθμό λογαριασμού. Ο διευθυντής της τράπεζας με έδιωξε ... Ξέρεις όμως ... Το όνομα μου δεν είναι αυτό που γράφει στην ταυτότητα. Έχω το όνομα της κόρης μου και η κόρη μου έχει το όνομα μου... Πως με γράψανε στη νοσηλεία; Δεν ξέρω... Ήμουν όμως Εγώ (αλήθεια λέω) που νοσηλεύτηκα. Τώρα; Τι θα πω στην επιτροπή;


    Και Εγώ... Είμαι εδώ πολλά χρόνια. Έχω δύο κορούλες. Η υπάλληλος στο Κέντρο κοινότητας μου είπε ότι θα μου πάρουν τα παιδιά αν δηλώσω άστεγη για να πάρω το ΚΕΑ. Κατάφερα και έκανα μισθωτήριο συμβόλαιο κάπου (τα τελευταία χρόνια έχω κάνει πολλά τέτοια σε διαφορετικές περιοχές).

Δεν υπάρχει καμία σταθερότητα” , μου λέει η υπάλληλος. “Πρέπει να πάτε στο καινούριο σχολείο κοντά στο σπίτι που νοικιάσατε αλλιώς δεν ανανεώνουμε τίποτα”.

Μααα! Χρειαζόμαστε τα χρήματα για να μετακομίσουμε...” της λέω.

Οχι πρώτα πρέπει να δείξετε ότι υπάρχει μία σταθερότητα και μετά θα πάρετε τα χρήματα. Χωρίς σταθερή κατοικία για τα παιδιά δεν υπάρχει βοήθεια”.

Για το επίδομα παιδιού;” ρωτάω.

Δεν το δικαιούστε χρειάζεστε 12 χρόνια νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα” μου λέει.

Μα με πέντε χρόνια το έπαιρνα”, απαντώ.

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς. Εγω θέλω να δω 12 χρόνια, ότι είστε εδώ και τι κάνατε...”


Ένα φανταστικό ερώτημα προς την υπάλληλο του Κέντρου Κοινότητας μας έρχεται στο μυαλό ...


Θέλεις πραγματικά να σου πω τι έκανα; Μπορούμε να καθίσουμε εδώ και να σου πω αν θες ! Αλλά είμαι σίγουρη πως δεν θέλεις... Δεν θέλεις να ακούσεις...”


Πως να εξιστορήσεις 12 χρόνια άλλωστε. Πως να χωρέσουν τόσα χρόνια “ανείπωτης Ζωής” σε μία ψευδαίσθηση γραφειοκρατικής “σταθερότητας” και κανονικότητας σαν αυτήν που απαιτείται για να έχεις τα στοιχειώδη δικαιώματα; Και πως βιάζονται οι ανθρώπινες ιστορίες στο “κρεβάτι του Προκρούστη” του κράτους.


Στην συνάντηση μας με την κοινότητα των προσφυγικών και τους ανθρώπους που κατοικούν εκεί ένα από τα αρχικά ερωτήματα που θέσαμε σε εμάς ήταν “αν θέλουμε πραγματικά να ακούσουμε”. Κατόπιν όλα τα άλλα παρέμεναν και παραμένουν ανοικτά...


Οι σχέσεις μας χτίζονται μέσα από τις διεξόδους που ανοίγουν αυτά τα μοιράσματα. Και ακολουθούν όλα τα άλλα...


Πως θα πράξουμε για κάθε ένα από τα προβλήματα που ανακύπτουν, πως θα επιλύσουμε διαφορές και διαφωνίες, πως θα ξεπεράσουμε εμπόδια και πρακτικές δυσκολίες.

Μαθαίνουμε από τον τρόπο που η κοινότητα στα προσφυγικά λειτουργεί αλληλέγγυα για κάθε μέλος της, όσο περίπλοκα κι αν είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζονται, και από τον τρόπο που παραστέκεται στα πιο ευάλωτα μέλη της ενώ εξελίσσονται από κοινού.

Μαθαίνουμε από το πως άνθρωποι που θα βίωναν την απόλυτη περιθωριοποίηση ή τον εγκλεισμό σε στρατόπεδα και ψυχιατρεία βρήκαν εκεί στέγη, χώρο ύπαρξης, φωνή και δύναμη να διεκδικήσουν τη ζωή τους με όρους ελευθερίας και αλληλεγγύης. Πως, παρόλες τις διώξεις που υφίστανται μάχονται για να κρατήσουν την κοινότητα ζωντανή.


Για εμάς αυτή η εμπειρία είναι πολύτιμη και έχουμε πολλά ακόμη να κατανοήσουμε και να πράξουμε. Συνδεόμαστε πλέον με τους ανθρώπους που γνωρίσαμε και την κοινότητα και η συνέχεια και η σταθερότητα αυτής της σύνδεσης είναι το πρώτο ζητούμενο.


______________



Πριν από δύο χρόνια ως Πρωτοβουλία Ψ αποφασίσαμε να βρεθούμε στο χώρο των κατειλημμένων Προσφυγικών μετά από κάλεσμα της συνέλευσης τους. Σκοπός υπήρξε η παρέμβαση σε κάποια ζητήματα που αντιμετώπιζε η κοινότητα, η οποία κρίνοντας ότι όντας μια μονοθεματική συνέλευση που ασχολείται κυρίαρχα με το χώρο της ψυχικής υγείας, θα μπορούσαμε να στηρίξουμε στα υπάρχοντα προβλήματα. Προφανώς δεχτήκαμε χωρίς να ξέρουμε τι θα αντιμετωπίζαμε, καθώς πιστεύουμε πρώτον στη δύναμη της αλληλεγγύης και ακολούθως ότι οι αυθόρμητες πρωτοβουλίες οδηγούν σε χρήσιμες πολιτικές παρακαταθήκες. Σήμερα δύο χρόνια μετά την απόφαση αυτή είμαστε γεμάτες νέες εμπειρίες, συντροφικές σχέσεις και χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα. Δεν θεωρούμε τις εαυτές μας ειδικές, ούτε θέλουμε να συμμετέχουμε στην παραγωγή ενός κυρίαρχου – εξουσιαστικού λόγου, όπως αυτού που βιώνουμε κάθε μέρα από την κυρίαρχη ψυχιατρική και ψυχολογία. Προσεγγίσαμε τα άτομα στα προσφυγικά χωρίς ποτέ να στοχεύουμε στην ενσωμάτωσή τους στο ‘’ρεαλιστικό’’ – καπιταλιστικό αφήγημα, αλλά αντίθετα θελήσαμε να συν διαμορφώσουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία θα γκρεμιστούν οι φραγμοί μεταξύ ‘άλογων και έλλογων υποκειμένων’’.

Το κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα της ψυχιατρικής έχει από τις απαρχές του διαλέξει πλευρά, η οποία δεν είναι άλλη από την υπεράσπιση και διαιώνιση του υπάρχοντος καπιταλιστικού οικοδομήματος. Αυτό με τη σειρά του μας αντιμετωπίζει ως μηχανές παραγωγής εργασίας, καθορίζει τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, διαμορφώνει τις σχέσεις μας. Αφιερώνουμε όλο μας το χρόνο στη δουλειά, χτίζουμε τις ανάγκες μας μέσα από τα καταναλωτικά πρότυπα, επενδύουμε σε στείρες και επιφανείς σχέσεις. Το υποκείμενο δυσφορεί, αισθάνεται μοναξιά, απόγνωση, θλίψη, απώλεια ελέγχου. Αισθάνεται ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του. Και εδώ ο επιστημονικός λόγος ως εργαλείο πειθάρχησης έρχεται να δώσει την απάντηση. Παθολογικοποιεί την όποια αναζήτηση απόλαυσης, ενώ ταυτόχρονα βιολογικοποιεί τη δυστυχία αποδίδοντάς τη είτε σε χημική ανισορροπία είτε σε γονιδιακά ελλείμματα, είτε σε έλλειψη σεροτονίνης, είτε στον τρόπο που λειτουργούν οι νευρώνες. Ο διαχωρισμός μεταξύ λειτουργικών και αποκλινόντων είναι υπαρκτός. Από την μία τα λειτουργικά για το σύστημα άτομα εξαναγκάζονται σε εξαντλητικές συνθήκες εργασίας(ανασφάλιστα, μαύρα κλπ.) και από την άλλη όσα από εμάς περισσεύουν, απομονώνονται και περιθωριοποιούνται στα ψυχιατρεία, στις φυλακές, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Για εμάς η ιδιωτικοποίηση της δυσφορίας είναι ξεκάθαρα μια πολιτική επιλογή πειθάρχησης και καταστολής του υποκειμένου. Μια επιλογή που στρέφει το άτομο στον εαυτό του και σε ατομικές απαντήσεις μακριά από το συλλογικό, συντηρώντας τους κοινωνικούς διαχωρισμούς εντός των καταπιεσμένων. Σε μια κοινωνία που νοσεί, ο ψυχικός πόνος δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια μορφή άρνησης του υπάρχοντος.

Από την άλλη πλευρά, η δική μας εμπειρία, μέσα από τη παρουσία μας στα κατειλημμένα προσφυγικά, έρχεται να αμφισβητήσει τον λόγο της κυρίαρχης ψυχιατρικής. Συγκεκριμένα, οι σχέσεις που χτίσαμε με άτομα από τα προσφυγικά ήταν θεραπευτικές, γιατί πάνω από όλα είναι σχέσεις. Είναι σχέσεις που δεν βασίζονται στο επιστημονικό μοντέλο του τι σημαίνει ψυχικό, τι σημαίνει ψυχοθεραπεία και θεραπευτικό πλαίσιο, ποιος είναι ο ρόλος του ψυχολόγου. Το πρώτο πράγμα που αρνηθήκαμε ήταν ο στείρος χρόνος και χώρος στον οποίο πραγματώνεται μία ‘’συνεδρία’’. Δεν είμασταν εκεί μια συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Είμασταν εκεί όποτε μας χρειάζονταν τα άτομα. Οι συναντήσεις μας δεν γίνονταν σε ένα αποστειρωμένο γραφείο, αποκομμένο από το προσωπικό και κοινωνικό χώρο ύπαρξης των ατόμων αλλά μέσα στην ίδια την κοινότητα ακόμη και στα σπίτια και στο κατειλημμένο στέκι των προσφυγικών. Η παρουσία μας εκεί καθοριζόταν από τις ανάγκες των ατόμων. Ακόμη και στην πρόσφατη προσπάθεια εκκένωσης των προσφυγικών αμφισβητήσαμε το καθαρά αυστηρό θεραπευτικό πλαίσιο και βρισκόμασταν αλληλέγγυα στις όποιες ανάγκες. Ακολούθως, κόντρα στον κατακερματισμό των βιωμάτων και των εμπειριών συναντήσαμε το άτομο στην ολότητα του. Γνωρίζουμε ότι αυτό που ορίζεται ως πρόβλημα δεν είναι μια αποκομμένη στιγμή του γίγνεσθαι του ατόμου, αλλά συνέχεια την προσωπικής του ιστορίας. Αυτό που ονομάζεται σύμπτωμα είναι η έκφραση των προσωπικών αδιεξόδων και δυσκολιών. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε στόχος η καταστολή του συμπτώματος , όπως συνηθίζει η δυτική ψυχιατρική να κάνει, αλλά η στήριξη των ατόμων σε μια πληθώρα ζητημάτων από την βοήθεια στην χορήγηση ενός επιδόματος μέχρι την επίλυση ενός δικαστικού ζητήματος. Ζητήματα υγείας(πχ οδοντίατρος), στέγασης, ρουχισμού, επικοινωνίας (να έχουν κινητό), χαρτιά, ασύλου, εργασίας. Μετά την επίλυση των παραπάνω μπορέσαμε να εστιάσουμε σε ζητήματα που τείνουν να θεωρούνται υπαρξιακά όπως η μοναξιά, η συντροφικότητα, η παρέα. Πως άλλωστε μπορείς, να υπάρξεις στο κοινωνικό πεδίο όταν ουσιαστικά δεν αναγνωρίζεσαι ως κομμάτι του; Προφανώς, δεν πιστέψαμε ποτέ ότι μπορούμε να κάνουμε διαγνώσεις και να σκιαγραφήσουμε λύσεις. Όποια προσπάθεια ορισμού μιας συνθήκης ως πρόβλημα και διαχείρισής της βασίστηκε στην συνδιαμόρφωση με τα ίδια τα άτομα. Έχοντας πάντα στο μυαλό μας πως το ίδιο το άτομο είναι αυτό που νοηματοδοτεί και αποφασίζει τι είναι πρόβλημα και ποια η πιθανή λύση του.

Πολλά από τα άτομα που συναντήσαμε στα προσφυγικά είχαν εμπειρίες φωνών, παραισθήσεων και ψευδαισθήσεων. Σε αντιδιαστολή με τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης που αντιμετωπίζει τον λόγο της ψύχωσης ως ά(στερητικό) - λόγο, χωρίς νόημα συνθήκη, εκτός των κοινότυπων ορίων νοηματοδότησης και επικοινωνίας, τοποθετώντας τον αποκλειστικά στον χώρο του ψυχιατρείου, θεωρώντας πως εκεί ανήκει, εμείς πήραμε ως αφορμή αυτή τη συνάντηση για να επαναδιαπραγματευτούμε την έννοια του πραγματικού. Δεν αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη ως ένα συνεχές σημείο συνάντησης με την κατασκευασμένη πραγματικότητα, αλλά ως ένα ταξίδι αντιφάσεων και πρωτόγνωρων εμπειριών, όπου η εμπειρία αποκτά πολλές όψεις. Οι ψευδαισθήσεις , παραισθήσεις δεν είναι ψευδείς ούτε παρά αλλά κομμάτι του συνεχούς της επικοινωνίας. Οι φωνές αποτελούν έναν άλλον τόπο έκφρασης της δυσφορίας, έναν τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο μπορεί να μιλήσει για το βίωμά του. Αντί λοιπόν να καταστέλλουμε, να κατακρίνουμε, να καθηλώνουμε την εμπειρία των φωνών, την νοηματοδοτούμε, την κατανοούμε και την αποδεχόμαστε.

Ερχόμενοι σε σύγκρουση με την κατασταλτική λογική του φαρμάκου, δεν χρησιμοποιήσαμε το φάρμακο ως βασικό θεραπευτικό πυλώνα, αλλά υποστηρικτικά με τα παραπάνω σε ορισμένες περιπτώσεις. Ήταν σημαντικό για εμάς να εξηγήσουμε και να συζητήσουμε με το άτομο τους λόγους που μπορεί να είναι σημαντική η χορήγηση του φαρμάκου, όπως και τις συνέπειες που αυτό μπορεί να επιφέρει στη ζωή του.

Αυτό όμως που εμείς θεωρούμε πιο σημαντικό και αυτό που εν τέλει ενέχει μέσα την έννοια του θεραπευτικού είναι η ίδια η κοινότητα. Χωρίς, την κατειλημμένη κοινότητα των προσφυγικών τίποτα δεν θα ήταν εφικτό. Γιατί αυτή ειναι που δίνει στην θεραπεία υλική υπόσταση. Τα ίδια τα άτομα της κοινότητας ήταν εκεί να δώσουν το φάρμακο σε καθημερινή βάση, να κάνουν παρέα και να σπάσουν το συναίσθημα της μοναξιάς και της απόγνωσης, να καταγράψουν κάθε ανάγκη και κάθε προβληματισμό που μπορεί να αντιμετώπιζε το κάθε υποκείμενο. Τι είναι, λοιπόν, θεραπευτικό ; Θεραπευτική είναι αρχικά η ύπαρξη μιας κοινότητας. Μιας κοινότητας, εντός της οποίας μπορούν να συνυπάρχουν και να αγωνίζονται μαζί άτομα από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές ταυτότητες. Άτομα που ενδιαφέρονται και παλεύουν το ένα για το άλλο.

Κλείνοντας θεωρούμε ότι οι καταλήψεις και οι κοινότητες αγώνα είναι τα πεδία συνάντησης και συνύπαρξής μας. Είναι οι χώροι, όπου η ατομική δυσφορία συλλογικοποιείται και αντιμετωπίζεται συντροφικά και αλληλέγγυα. Το ερώτημα που μας γεννάται από την εμπειρία μας στα κατειλημμένα προσφυγικά είναι πως μπορούμε να χτίσουμε από κοινού με όλα τα υποκείμενα, δομές αγώνα που θα είναι απειλητικές για το κράτος και το κυρίαρχο τρόπο ανάγνωσης της ζωής. Για εμάς αφετηριακός στόχος υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η αποδήμηση των φραγμών μεταξύ παραγωγικών μη παραγωγικών, άλογων και έλλογων, υγειών μη υγειών, λειτουργικών και μη λειτουργικών, ντόπιων και μεταναστριών. Πως μπορούμε όλα μαζί να σπάσουμε το ατομικό τείχος της δυσφορίας μας και να χτίσουμε τα οδοφράγματα μας συμβολικά και υλικά; Σίγουρα δεν υπάρχει μια εύκολη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε σήμερα. Ωστόσο, για εμάς η συζήτηση αυτή αποτελεί μια πρώτη αποτύπωση της ανάγκης και της επιθυμίας μας να πάμε τις συλλογικές μας διεκδικήσεις ένα βήμα παρακάτω.

Γνωρίζουμε πολύ καλά πως ο ανθρώπινος πόνος είναι κομμάτι της ύπαρξης μας. «Η δυστυχία είναι η ανθρώπινη συνθήκη. Όταν έρχεται το ξέρεις αναγνωρίζεις την αλήθεια της. Φυσικά είναι σωστό να φροντίζουμε τους ασθένειες να καταπολεμάμε την πείνα και την αδικία, όπως κάνει ο κοινωνικός οργανισμός. Δεν μπορούμε να αποτρέψουμε την δυστυχία. Μια κοινωνία μπορεί μονάχα να καταργήσει την κοινωνική δυστυχία -την άχρηστη δυστυχία. Η υπόλοιπη εξακολουθεί να υπάρχει. Υπάρχουν φορές που με πιάνει τρόμος η ευτυχία μοιάζει φευγαλέα. Και ωστόσο, αναρωτιέμαι αν όλα αυτά δεν είναι παρά μόνο μια παρεξήγηση, αυτό το κυνήγι της ευτυχίας αυτός ο φόβος του πόνου. Αν αντί να τον φοβάμαι και να το αποφεύγω αν μπορούσα να τον διασχίσω, να το ξεπεράσω; Υπάρχει κάτι πέρα από τον πόνο , αυτό που υποφέρει είναι το εγώ, αλλά υπάρχει και ένα σημείο που το εγώ σταματάει. Νομίζω ότι η πραγματικότητα, η αλήθεια που αναγνωρίζω στην δυστυχία και όχι στην άνεση και στην ευτυχία- η πραγματικότητα του πόνου- δεν είναι πόνος. Αν μπορέσεις να την ξεπεράσεις. Αν μπορέσεις να την αντέξεις μέχρι το τέλος. Πραγματικότητα της ζωής μας είναι η αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη είναι η αληθινή συνθήκη της ανθρώπινης ζωής» ( Ursula K. Le Guin, 2017).


_______________



ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ‘Ψ’ ΣΤΗΝ «ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ»


Η παρέμβαση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ στα Προσφυγικά και η συνάντηση (και συνεργασία της) με την «Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών» πρόκυψε πριν δυο χρόνια, σε μια περίοδο που υπήρχε, από την Πρωτοβουλία, μια αναζήτηση τόπου, τρόπου, ευκαιρίας για ένα έμπρακτο (και όχι «στα λόγια»), στοχευμένο εγχείρημα στη βάση των ιδεών και των προσεγγίσεων για τις οποίες μάχεται η Πρωτοβουλία, για μια «άλλη ψυχιατρική», όπου στο κέντρο της προσοχής μας είναι ο άνθρωπος που πάσχει και οι ανάγκες του ως υποκειμένου και όχι μια αρρώστια ως αφηρημένη οντότητα, ούτε, φυσικά, ο κοινωνικός της έλεγχος και η καταστολή.

Ένα «τυχαίο γεγονός», μια δυσκολία που πρόκυψε στην διαχείριση/αντιμετώπιση ενός προβλήματος ψυχικής υγείας κατοίκου της κοινότητας, έφερε σε μια πρώτη επαφή μέλη της Πρωτοβουλίας με την «κοινότητα» και αποτέλεσε την εκλυτική αφορμή, μέσα από τις πολύπλοκες διαστάσεις του προβλήματος αυτού, στις οποίες το σύστημα των υπηρεσιών δεν έδινε και όπως πάντα αδυνατούσε να δώσει τις δέουσες απαντήσεις, να ξεκινήσει αυτή η συνεργασία και η συμπόρευση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ με την «Κοινότητα των Προσφυγικών».

Όπως τονίζαμε από την αρχή, στόχος της παρέμβασης αυτής δεν ήταν ούτε μια φιλανθρωπικού χαρακτήρα ενέργεια, ούτε η υποκατάσταση του συστήματος των υπηρεσιών, αλλά η αλληλεγγύη και η κοινή αγωνιστική συμπόρευση, η έμπρακτη εφαρμογή των κοινοτικά βασισμένων πρακτικών στην ψυχική υγεία σε συνδυασμό με την απαίτηση και διεκδίκηση για ουσιαστικές θεραπευτικές απαντήσεις από τις υπηρεσίες του συστήματος (αν και όταν αυτές καθίστανται αναγκαίες) χωρίς καμιά καταστολή ή απόρριψη/εγκατάλειψη και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των ατόμων που προσφεύγουν σ΄ αυτό για την όποια βοήθεια. Με την εγκαθίδρυση θεραπευτικών σχέσεων στην κατεύθυνση της αποδόμησης του αποστειρωμένου ρόλου του «ειδικού», προς μια σχέση που στοχεύει στην ισότιμη επικοινωνία και αλληλεπίδραση. Και με βασική παράμετρο της όλης παρέμβασής μας την ανάδειξη της κοινωνικής ρίζας του όποιου προβλήματος ψυχικής υγείας, της οδύνης και του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν πολλά από τα άτομα που κατοικούν εκεί (όπως πολλοί και πολλές παντού, μέσα σ΄ όλη την κοινωνία).

Ανάμεσα στους περίπου 370 κατοίκους των Προσφυγικών, μεταξύ των οποίων 47 παιδιά, είναι πολλοί/ες πρόσφυγες/ισες, άλλοι «αιτούντες άσυλο», άλλοι με, και άλλοι χωρίς, «χαρτιά», άλλοι/ες με, και άλλοι/ες χωρίς, ψυχολογικά προβλήματα, μόνοι, μόνες, οικογένειες με παιδιά, όλες και όλοι με πολυπλόκαμες διαδρομές φυγής από πολέμους, πολιτικούς διωγμούς και οικονομική εξαθλίωση, σε αναζήτηση μιας ζωής με στοιχειώδη ασφάλεια. Σ΄ έναν τόπο όπου, όπως παντού στην Ευρώπη, η απάντηση στην οδύνη του πρόσφυγα κυμαίνεται από τον στρατοπεδικό εγκλεισμό και την αστεγία (και συχνά, όλο και πιο πολύ και πιο σχεδιασμένα, την δουλεμπορική εκμετάλλευση) μέχρι την επαναπροώθηση και τους πνιγμούς.

Είναι και πολλοί/ές γηγενείς, άστεγοι, με προβλήματα, ενίοτε πολύ σοβαρά, ψυχικής υγείας, τοξικοεξαρτημένοι, ως επί το πλείστον ενταγμένοι σε προγράμματα απεξάρτησης - με την γραμμή της «κοινότητας» να είναι σαφώς ενάντια στη χρήση και την όποιας μορφής διακίνηση ναρκωτικών.

Αυτό που έγινε αντιληπτό στην διάρκεια της συμπόρευσης, με όποιο τρόπο μπορούσε αυτή να λάβει έμπρακτη μορφή, ιδιαίτερα μέσω της συνεργασίας στην παροχή της δέουσας φροντίδας των ατόμων με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες, είναι ότι όλα αυτά τα άτομα, τα κοινωνικά στρώματα, που η κυρίαρχη κοινωνική οργάνωση έχει ωθήσει στο χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού και της υπαρξιακής εκμηδένισης, έβρισκαν (και βρίσκουν) σ΄ αυτή την κοινότητα, την στέγη/κατοικία που δεν είχαν, το φαγητό και τα ρούχα που πουθενά δεν τους προσφέρονται, τη στήριξη για την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, καθώς και σε νομική βοήθεια (πχ, για τους αιτούντες άσυλο και άλλα), την μέριμνα για την πρόσβαση όλων των παιδιών (ντόπιων και προσφυγόπουλων) στο σχολείο (με ταυτόχρονη την λειτουργία παιδικού στεκιού, σχεδόν καθημερινής ενισχυτικής διδασκαλίας και δραστηριοτήτων δημιουργικής απασχόλησης μέσα στην κοινότητα) και, φυσικά, τη «ζεστασιά», πέρα από αυτή του σπιτιού, κυρίως της κοινωνικής πλαισίωσης, της σχέσης, της στήριξης. Δύσκολα θα βρει κανείς, σήμερα, «γειτονιά», με γείτονες (ή και συγκάτοικους) «φροντιστές» ατόμων που έχουν ανάγκη, πχ, για τη σωστή λήψη μιας φαρμακευτικής αγωγής και συνοδούς, στο βαθμό του δυνατού, στην αναζήτηση λύσεων σε διάφορα προβλήματα από τις όποιες (όλο και πιο δύσκολα προσβάσιμες, για τους πιο φτωχούς, όλο και πιο γραφειοκρατικές και απορριπτικές) υπηρεσίες, υγειονομικές, κοινωνικές κλπ. Κι΄ όμως, για πολλά από τα άτομα με τα οποία ήλθαμε σε επαφή, το όποιο θεραπευτικό πλάνο δεν θα είχε αποτέλεσμα χωρίς την ενεργό συμμετοχή στην υλοποίησή του μελών της «κοινότητας». Με όλους τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που μπορεί να είχε το κάθε αλληλέγγυο μέλος της «κοινότητας» λόγω ωραρίων και συνθηκών εργασίας, οικογενειακών προβλημάτων, κινηματικών υποχρεώσεων κλπ.

Όπως προαναφέρθηκε, η στόχευση των μελών της Πρωτοβουλίας δεν ήταν στη λογική της μονοσήμαντης προσέγγισης της, όποιας μορφής και έκφρασης, ψυχικής οδύνης ως ενός δυσλειτουργούντος ψυχολογικού, ή νευροχημικού εαυτού, αλλά στην διαλεκτική της κοινωνικής ρίζας του όποιου προβλήματος με ένα κοινωνικό υποκείμενο που είχε διαχρονικά βιώσει την διαδοχική απόρριψη. Είτε στη ζωή του, και μετά στην αναγκαστική φυγή του από τη χώρα προέλευσης, με αποκορύφωμα της τραυματικής εμπειρίας, εδώ, τον στρατοπεδικό εγκλεισμό και την επικρεμάμενη επαναπροώθηση. Είτε, για τους ντόπιους, στη διαδρομή του μέσα από τη φτώχεια, τα οικογενειακά αδιέξοδα, την κοινωνική εγκατάλειψη, μέσα σε μια κοινωνική οργάνωση που αφήνει χώρο για όλο και πιο λίγους, έτσι ώστε να ωθείται να ζει κανείς, στην ίδια του τη χώρα, σαν «μετανάστης», μακριά από την όποια δυνατότητα μιας ζωής με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, ή σαν «πρόσφυγας» από μια καταπιεστική και αβίωτη κανονικότητα.

Γι΄ αυτό, στο βαθμό που αντιμετωπίζουμε την ψυχική οδύνη του πάσχοντος υποκειμένου πρωτίστως ως το «βίωμα ενός ανθρώπου» - ενός «ανθρώπου που πονάει» - και όχι μέσω της αναγωγής της σε μια αφηρημένη διαγνωστική κατηγορία, δεν αρκεί καθόλου η απλή αναγνώριση των ποικίλων υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών διαστάσεων της ψυχικής οδύνης (που τις αναγνωρίζουν ακόμα και κάποιοι ακραιφνείς βιολογιστές, οι οποίοι θεωρούν ότι αυτές οι διαστάσεις αποτελούν απλώς επιβαρυντικούς παράγοντες πάνω σε μια αμετάκλητα βιολογική βάση), ως κάτι, όμως, που παραμένει έξω από τα όρια της θεραπευτικής πρακτικής. Αν πραγματικά αναγνωρίζουμε τον κομβικό ρόλο των διαστάσεων αυτών στην πρόκληση/επιδείνωση των ποικίλων μορφών του ψυχικού πόνου (αρρώστιας, διαταραχής κλπ), τότε κεντρική σημασία έχει το πώς, ταυτόχρονα, αυτές οι διαστάσεις υπεισέρχονται στην θεραπευτική πρακτική. Οσο κι αν αυτό μοιάζει να αντιστρατεύεται τον αποστειρωμένο, στυγνό επιστημονισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής, εν τούτοις, όπως μια μακρόχρονη διεθνής εμπειρία έχει δείξει, το ουσιαστικά θεραπευτικό είναι συνυφασμένο με την πολιτικοποίηση της θεραπευτικής πρακτικής, τόσο μέσα στους κυρίαρχους ψυχιατρικούς θεσμούς, όσο και έξω από αυτούς, μέσα από τον ίδιο τον τρόπο που συλλαμβάνουμε και αντιμετωπίζουμε τον ψυχικό πόνο – όχι στη λογική του να κάνουμε το άτομο ικανό (μέσα από το φάρμακο ή/και την ψυχοθεραπεία) ν΄ αντέχει τον διαιωνιζόμενο και αμετάκλητα κανονιστικό χαρακτήρα των κοινωνικών όρων που παράγουν ψυχικό πόνο, αλλά το πώς η αλλαγή του υποκειμένου είναι σε συγχρονία και σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με την αμφισβήτηση αυτών των κοινωνικών συνθηκών που παράγουν ψυχικό πόνο. Γι΄ αυτό και είναι σημαντική η σύνδεση του «θεραπευτικού» με την γενικότερη πολιτική/κοινωνική/κινηματική διαδικασία. Με τρόπο που να αποφεύγεται, από τη μια, η αναγωγή του θεραπευτικού σε μια αποστειρωμένη τεχνικοεπιστημονική διαδικασία και, από την άλλη, η αφηρημένη πολιτικοποίηση του ψυχικού πόνου/αρρώστιας και της ψυχιατρικής γενικά. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, πώς θα γίνει δυνατό να αναδειχτεί στην καθημερινή πρακτική η πολιτική διάσταση της αντίφασης που έχει καλυφθεί από τον τρόπο της πρόσληψης του ψυχικού πόνου από την κυρίαρχη ψυχιατρική.

Όταν μια προσφύγισα, με μια ζωή χτισμένη πάνω σ΄ ένα διαρκές βίωμα οδύνης, από τη χώρα προέλευσης μέχρις εδώ, όπου η μόνη στήριξη που βρίσκει είναι στην «κοινότητα των Προσφυγικών», μένει τελείως μόνη, κινδυνεύοντας να χάσει και τα δυο παιδιά της, κάνει διαδοχικές απόπειρες αυτοκτονίας (μετά τις οποίες ακολουθεί νοσηλεία), ακούστηκε, γι΄ αυτές τις απόπειρες, ο συνήθης στην ψυχιατρική όρος «χειριστικές», ότι δηλαδή, δεν το εννοούσε ακριβώς ότι πραγματικά σκόπευε να αυτοκτονήσει, αλλά ότι ήταν μια πράξη «δήθεν», για να πιέσει για λύση στο πρόβλημα. Αυτό που αδυνατεί να κατανοήσει ο κυρίαρχος ψυχιατρικός λόγος είναι ότι η ματαίωση και το αμετάκλητο αδιέξοδο που βιώνει ένα άτομο, που οι εμπειρίες της ζωής του το έχουν οδηγήσει σε σημείο να του έχει σβήσει η όποια «ελπίδα στο μέλλον» (που είναι ο «φέρων οργανισμός» της ανθρώπινης ύπαρξης), έτσι ώστε να «παύει πια το μέλλον να ανοίγεται ως μια προοπτική ζωής», όταν, δηλαδή, «το μέλλον κλείνει», τότε αυτός ο αβίωτος πόνος αναζητεί, και πιέζει για, διεξόδους έκφρασης, που σίγουρα μεταδίδουν το μήνυμα που εκπέμπεται από το αναπάντητο αίτημα, αλλά με τρόπο που το υποκείμενο «χάνει τον εαυτό του». Η απάντηση στο πρόβλημα δεν ήταν, όπως και εν προκειμένω αποδείχτηκε, το ψυχοφάρμακο, αλλά το γεγονός ότι η ψυχίατρος/θεραπεύτρια επικέντρωσε στην κοινωνική πηγή του προβλήματος, στη διαδικασία που θα οδηγούσε στην ανάληψη της επιμέλειας των παιδιών, πράγμα που έγινε με τη διαρκή συμμετοχή της στις νομικές/δικαστικές διαδικασίες μέχρις ότου έγινε κατορθωτή η ανάληψη της επιμέλειας. Και μετά από λίγο καιρό όχι μόνο δεν χρειαζόταν πια κανένα ψυχοφάρμακο, αλλά έγινε δυνατή και μια επανεκκίνηση για αναζήτηση νέων προοπτικών ζωής.

Στη λογική αυτής της ως άνω περιγραφόμενης εμπειρίας, με αυτόν τον ολιστικό και πολυδιάστατο χαρακτήρα του «θεραπευτικού παράγοντα», η παρέμβαση των μελών της Πρωτοβουλίας (πάντα σε συνεργασία με μέλη της «κοινότητας») είχε να κάνει με την ψυχολογική στήριξη και την θεραπευτική φροντίδα (φαρμακευτική, ψυχοθεραπευτική κλπ) ατόμων που είχαν σχετική ανάγκη- από την εξασφάλιση, πχ, της χορήγησης της μηνιαίας ενέσιμης θεραπείας, όπου χρειαζόταν, μέχρι τις ενέργειες για την εξασφάλιση των όποιων κοινωνικών παροχών, επιδομάτων, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων κλπ, αλλά και την συνοδεία για κοινωνικοποίηση, την ένταξη σε κατάλληλα θεσμικά θεραπευτικά προγράμματα κλπ. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις τα άτομα αυτά θα δυσκολεύονταν πολύ να έχουν την όποια παροχή φροντίδας από τις υπάρχουσες δημόσιες υπηρεσίες, ή και δεν θα είχαν καμιά δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές, όπως συμβαίνει με πλήθος ατόμων σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, που δεν έχουν την ευκαιρία να δέχονται την φροντίδα μιας «κοινότητας» που «νοιάζεται». Όταν για την πλειονότητα της κοινωνίας η απουσία κοινοτικών υπηρεσιών που να παρέχουν φροντίδα στον τόπο κατοικίας, σε συνδυασμό με την «περιστρεφόμενη πόρτα» των ψυχιατρικών υπηρεσιών, με τα γρήγορα εξιτήρια, χωρίς, για όλο και πιο πολλούς, καμιά μετανοσοκομειακή φροντίδα, είναι ο κανόνας, η συνεργασία της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ με την «Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών» έδωσε, και δίνει, για ορισμένα, έστω λίγα, άτομα τη λύση που η κυρίαρχη εξουσία όχι μόνο αδυνατεί αλλά και αρνείται να δώσει και δεν δίνει σε κανένα.

Προφανώς, σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή τη διετή μας παρουσία και δράση στα Προσφυγικά έπαιξε η διαρκής επικοινωνία και οι συζητήσεις με την «ομάδα εργασίας» της «κοινότητας» και με άλλα μέλη της συνέλευσης, καθώς και γενικά με τους κατοίκους του χώρου, για αλληλοενημέρωση, ανταλλαγή απόψεων, ανάδειξη των προβλημάτων και των δυσκολιών της καθημερινότητας και των επιπτώσεών τους στην ψυχική υγεία, άνοιγμα ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τις ποικίλες εκδηλώσεις του ψυχικού πόνου και τις κοινωνικές του ρίζες και η αναζήτηση από κοινού απαντήσεων, όχι μόνο, υπό την στενή έννοια, «θεραπευτικών».

Η διετής αυτή εμπειρία στα Προσφυγικά μας κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο τον, ούτως ή άλλως, σκανδαλώδη και άκρως εγκληματικό χαρακτήρα που έχει η άμεσα επαπειλούμενη βίαιη εκκένωση των Προσφυγικών για τους σκοπούς της «διπλής ανάπλασης» και του λεγόμενου «εξευγενισμού» προς όφελος γνωστών κερδοσκοπικών συμφερόντων και με κόστος (μηδαμινό για τα «ιδεώδη» και τους στόχους της κυρίαρχης εξουσίας) την κοινωνική εξόντωση των πολλών, είτε των κατοίκων των περιοχών που εκκενώνονται (όπως έγινε με τους πρόσφυγες στο καμπ Ελαιώνα που εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα πέραν του όποιου κοινωνικού ιστού), είτε, ευρύτερα, των κατοίκων μιας πόλης που μεταλλάσσεται όλο και πιο πολύ, σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, σε άντρο κερδοσκοπίας, κοινωνικού κανιβαλισμού και, ταυτόχρονα, αισθητικής ασχήμιας.

Η πρόσφατη βίαιη αστυνομική εισβολή και οι συλλήψεις στα Προσφυγικά είναι προμήνυμα «αυτού που έρχεται».

Αν σκεφτεί κανείς τους ανθρώπους που ζουν εκεί, που βρήκαν τη φροντίδα και το «νοιάξιμο» που πουθενά αλλού δεν εύρισκαν και που χιλιάδες άλλοι και άλλες σαν αυτούς και αυτές στερούνται, τους ανθρώπους με ποικίλα, ενίοτε σοβαρά, προβλήματα ψυχικής υγείας, αυτούς και αυτές που είναι σε προγράμματα απεξάρτησης, τους πρόσφυγες και τις προσφύγισες…Πού θα τους πάνε; Εκεί που είναι όλοι και όλες, αυτοί και αυτές οι όλο και πιο πολλοί και πολλές, που η κυρίαρχη εξουσία παράγει ως κοινωνικά απορρίμματα : στην Αμυγδαλέζα τους πρόσφυγες, στο δρόμο τους ντόπιους. Και πολλούς/ές από αυτούς/ές στο θάνατο.

Αυτό που προέχει είναι η υπεράσπιση της «Κοινότητας των Προσφυγικών».

Δεν θα πάψουμε να διεκδικούμε, για όλους και όλες, επαρκή πρόσβαση στο σύστημα των υπηρεσιών με αξιοπρεπή υποδοχή και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων τους, άμεση, χωρίς γραφειοκρατικά κωλύματα χορήγηση των όποιων κοινωνικών παροχών, εργασία, κατοικία, εισόδημα.

Αλλά ακόμα και η δική μας εναλλακτικού χαρακτήρα ψυχιατρική παρέμβαση, μπόρεσε να κάνει ό,τι έκανε μόνο σε συμπόρευση με την εκεί «Κοινότητα». Και μπορεί να έχει το έδαφος πάνω στο οποίο να μπορεί να πατήσει, για να μπορεί «να πράττει» (και έμπρακτα να διεκδικεί) και όχι, απλώς, «να λέει», μόνο στη βάση του αγώνα για την υπεράσπιση της «Κοινότητας των Κατειλημμένων Προσφυγικών».




ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

LIVE! Οικονομικής ενίσχυσης της Πρωτοβουλίας - Σάββατο 10/12/22 στις 8μμ.

 


 
 
Η πρωτοβουλία Ψ σας καλεί αυτό το Σάββατο 10/12, σε κάτι έξω από τα συνηθισμένα της, στo λαϊβ οικονομικής ενίσχυσης του χώρου της!  Οι 2 μπάντες που θα παίξουν είναι οι : 
Somena, ένα αεράτο τρίο με γυναικεία φωνητικά που κινείται σε ρυθμούς swing,jazz ,bossa nova και διασκευάζει με δεξιοτεχνία jazz standars και οι Αgile Experiments ένα κοινοτικό πρότζεκτ, που βασίζεται στον ηλεκτρονικό ήχο και έχει σαν στόχο τη δημιουργία νέας μουσικής μέσα από τη συνεργασία και τον αυτοσχεδιασμό ,αλλά και να φέρει αυτή τη μουσική σε μέρη όπου το κοινό δεν το περιμένει.
Γι αυτό φορέστε τα καλά σας (ή και τα καθημερινά σας) και ελάτε μετά τις 20:00 για να ακούσουμε τις δύο αυτές κατά-πληκτικές μπάντες. "
Ο χώρος θα θέλαμε να παραμείνει όσο το δυνατόν χωρίς καπνό, θα σας παρακαλέσουμε τα τσιγάρα στην αυλή.

Διεύθυνση: Aιθαλίδου 11, πολύ κοντά στο μετρό Άγιος Ιωάννης. Για οσους/ες/α έρθετε με αυτοκίνητα υπάρχει εύκολο πάρκινγκ στη γειτονιά.


Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Προβολή της ταινίας "Καπερναούμ", Παρασκευή, 30/9/2022, στις 8μμ.

 

Προβολή της ταινίας "Καπερναούμ" της Nadine Labaki,
Παρασκευή, 30/9/2022, στις 8μμ, στο χώρο της Πρωτοβουλίας, Αιθαλίδου 11- Μετρό Αγ.Ιωάννη. (διάρκεια -126 λεπτά)

 

 


 

Η ταινία, σε σκηνοθεσία της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπάκι, γυρίστηκε το 2018 και αναφέρεται σε πράγματα που ζούμε εδώ και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, αν και με όχι τόσο ορατό και ακραίο τρόπο (πιθανόν, όμως, όχι ακόμα), όπως στο Λίβανο και σε άλλες χώρες της Ασίας και της Αφρικής.

Η Ν. Λαμπάκι γύρισε τη ταινία μετά από πολυετή έρευνα πεδίου, εκτενείς συνεντεύξεις με ανθρώπους που πράγματι ζουν έτσι εκεί. Παράνομη μετανάστευση, παραμελημένα παιδιά, προσφυγική ζωή, τα κλειστά σύνορα, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, η αδιαφορία μπροστά στον πόνο του άλλου: η ταινία αυτή (το «Καπερναούμ», εκτός από την αρχαία πόλη στη Μέση Ανατολή, σημαίνει και τα «ατάκτως ερριμμένα ερείπια») θίγει τα πλέον κρίσιμα και οδυνηρά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας, μέσα από μια ιστορία που ξεπηδάει αυθεντικά μέσα από τον κόσμο για τον οποίο μιλάει. Ισως γι΄ αυτό και δέχτηκε, από αρκετούς, τόση αρνητική κριτική, ότι η ταινία γλιστράει στον εύκολο συνασθηματισμό κλπ).

Η ταινία ξεκινάει με τη δίκη ενός 12χρονου αγοριού που έχει μαχαιρώσει ένα κάθαρμα, όπως το αποκαλεί, και κινδυνεύει με πενταετή φυλάκιση, την ίδια στιγμή που σε ένα ξέσπασμά του μπροστά στον σαστισμένο δικαστή θέλει με τη σειρά του να μηνύσει τους ίδιους του τους γονείς γιατί τον έφεραν στη ζωή.

Πρόκειται για το οδοιπορικό του μικρού Ζαΐν, ενός ατίθασου χαρισματικού αγοριού, το οποίο επαναστατεί ενάντια στη γεμάτη κακουχίες ζωή του και παλεύει να βρει τρόπο να επιβιώσει στις παραγκουπόλεις του Λιβάνου. Ενός αγοριού που έμαθε από πολύ μικρός να είναι άντρας και προστάτης της αδελφής του, καθώς και ενός βρέφους ενός έτους, που η μητέρα του, προερχόμενη από την Αιθιοπία και παράνομα εγκατεστημένη εκεί, αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει, γιατί τη συνέλαβαν σ΄ ένα κατάστημα όταν προσπαθούσε να τηλεφωνήσει στην οικογένειά της.

 Μια αυθεντική απεικόνιση της χαοτικής παραγκούπολης στα πέριξ της Βηρυτού, όπου η ζωή στοιχίζει φτηνά, τα παιδιά παραπαίουν ανάμεσα σε εγκατάλειψη και εμπορευματοποίηση, χωρίς την όποια ελπίδα στο όποιο μέλλον.

Ολοι οι πρωταγωνιστές είναι μη επαγγελματίες ηθοποιοί, οι ζωές των οποίων καθρεφτίζουν την ζοφερή πραγματικότητα της ταινίας.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Συγκέντρωση Διαμαρτυρίας στο ΨΝΑ ΔΑΦΝΙ - 12/3/22

 

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η συγκέντρωση διαμαρτυρίας που οργάνωσε η Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία στο ΨΝΑ Δαφνί. Με κεντρικά συνθήματα κατά της ψυχιατρικής καταστολής και κατά της διάλυσης των δημόσιων δομών ψυχικής υγείας και για την διεκδίκηση ενός ολοκληρωμένου συστήματος ψυχικής υγείας στην κοινότητα.

Την κινητοποίηση στήριξαν πολλές συλλογικότητες με ουσιαστική δράση και παρουσία στα κινήματα και στις γειτονιές, κυρίως της Δυτικής Αττικής, φέρνοντας στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του και αναδεικνύοντας ότι σκοπός ύπαρξης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας δεν μπορεί να είναι η απόδοση μίας διάγνωσης, η καταπιεστική βραχύβια «προστασία» με εγκλεισμό, και ο μονόδρομος του φαρμάκου, με πλήρη εγκατάλειψη στην συνέχεια, αλλά η σφαιρική στήριξη στην κοινότητα και η συνοδεία, “βήμα βήμα”, προς την ανάρρωση και την ανάκτηση της ζωής κάθε ανθρώπου που αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, με αναγνώριση των πολύπλευρων αναγκών του και σεβασμό της προσωπικότητας του.

Συμμετείχαν και στήριξαν οι συλλογικότητες «Pasamontana», «Λαϊκή Συνέλευση Περιστερίου», «Παπουτσάδικο», το «Ιατρείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ιλίου», η «Εργατική Συμμαχία στα Δυτικά», η «Πρωτοβουλία για την συγκρότηση Ανοιχτής Συνέλευσης στο Χαϊδάρι», το «Δίκτυο Ανθρώπων που ακούνε Φωνές Αθήνας», η «Συνέλευση Κατειλημμένων Προσφυγικών»,  «Ταξική Αντεπίθεση Αθήνας», καθώς και «Σύλλογοι Οικογενειών και Φίλων Ψυχικής Υγείας» (Κορυδαλλού και ΒΑ Αττικής), αλλά και εργαζόμενες/οι στο ΨΝΑ. Έγιναν σύντομες τοποθετήσεις από μέλη της Πρωτοβουλίας, εκπροσώπους του Σωματείου εργαζομένων του ΨΝΑ, των ΣΟΦΨΥ, μοιράστηκαν κείμενα σε εργαζόμενους και διερχόμενους, ακούστηκαν και γράφτηκαν συνθήματα όπως “Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΊΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ, ΟΧΙ ΣΤΗ ΒΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ” , “Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΚΩΝ” κλπ.

 




Σε μία ιστορική συγκυρία όπου εξαιτίας της πανδημίας, αλλά και της παρατεταμένης βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που βιώνουμε (και που ο καπιταλισμός, ανεξαρτήτως του πώς βαφτίζεται κάθε φορά, δίνει απάντηση στα οικονομικά και κοινωνικά του αδιέξοδα με αυτό που ξέρει καλύτερα να κάνει, δηλαδή,  πόλεμο), και ενώ τα προβλήματα ψυχικής υγείας και ο ψυχικός πόνος βρίσκονται σε κορύφωση και αντιμετωπίζονται αποκομμένα από το κοινωνικό γίγνεσθαι ενώ σκόπιμα αγνοούνται τα κοινωνικά τους αίτια, καλυμμένα πίσω από διαγνώσεις, τείχη, κλειδωμένες πόρτες, ψυχιατρική φαρμακολαγνεία και αποκλεισμούς, είναι ζωτικής σημασίας ότι ενώνονται οι φωνές όλων όσων αναγνωρίζουμε αυτά τα αδιέξοδα “από τα κάτω”, και τα βιώνουμε στα σπίτια μας και στις γειτονιές μας. Η πανδημία, άλλωστε, ήταν μόνο η αφορμή για ν΄ αναδειχτεί αυτή η συστηματική υποβάθμιση της υγείας και ψυχικής υγείας όχι μόνο ως δημόσιων συστημάτων υπηρεσιών (με την δραματική υποστελέχωσή τους, την επικρεμάμενη απόλυση του προσωπικού που είναι σε αναστολή και την πλήρη ιδιωτικοποίηση όλων των υπηρεσιών Υγείας που είναι σε εξέλιξη), αλλά ως ανθρώπινων καταστάσεων που, ενώ αποτελούν ζωτικές ανάγκες, απαιτούν ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές για να έλθουν στο επίκεντρο και να απαντηθούν.






Για αυτούς τους λόγους είναι ελπιδοφόρο ότι, εκτός από τη μεγάλη συμμετοχή στην κινητοποίηση, το ενδιαφέρον, η συζήτηση και η δράση για την ψυχική υγεία, από την πλευρά των συλλογικοτήτων και των ατόμων που συμμετείχαν, δεν εξαντλείται σε μία μόνο συγκέντρωση, αλλά παραμένει ανοιχτή και ενεργή στους διάσπαρτους κινηματικούς πυρήνες μέσα στις γειτονιές εντός της κοινότητας και σε άμεση σύνδεση με το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είμαστε εδώ, επομένως, για διαρκώς νέες παρεμβάσεις και κινητοποιήσεις και γιατί “κάποτε μιλούσαμε για τρελούς, τώρα μιλούμε για ασθενείς, καιρός να μιλήσουμε για ανθρώπους”...

 

 


 

14/3/2022

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Βραδιά ποιητικής ανάγνωσης: Δευτέρα 14/6 στις 19.00

 


ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Με χαρά σας καλούμε στην πρώτη βραδιά ποιητικής ανάγνωσης που διοργανώνουμε κοινά ως Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία και Δίκτυο Ανθρώπων που ακούνε φωνές.

Φέρνουμε ποιήματα δικά μας ή άλλων,
γνωστά ή άγνωστα,
τραγουδισμένα ή ψιθυριστά ειπωμένα.
Όποιο άτομο θέλει διαβάζει, μοιράζεται λέξεις, ήχους, χρώματα..

Στην ταράτσα της Αιθαλίδου 11.

Δευτέρα 14/6
Στις 19.00