Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2020

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΠΛΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ‘ΙΔΙΩΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ’ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ: ΟΧΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΟΠΛΟΦΟΡΙΑΣ






Σύμφωνα με πρόσφατη κυβερνητική απόφαση, λειτουργίες της επίσημης αστυνομίας που αφορούν στη φύλαξη «δημόσιων εγκαταστάσεων όπως χώρων ΝΠΔΔ, Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και Επιχειρήσεων και στη συνοδεία χρηματαποστολών», ιδιωτικοποιούνται μέσω της πρόσληψης, απευθείας από τους προς φύλαξη οργανισμούς, ιδιωτών που θα είναι ένστολοι και ένοπλοι. Τα κριτήρια για την πρόσληψη και η εκπαίδευσή τους θα είναι στην αρμοδιότητα της ΕΛ.ΑΣ, το ίδιο και όπως η όλη υπηρεσιακή λειτουργία που, εν συνεχεία, θα επιτελούν (ακόμα και το ωράριό τους).

Δεν θα μείνουμε, εν προκειμένω, στο τι εκφράζει αυτή η ιδιωτικοποίηση των ένοπλων σωμάτων του κρατικού μηχανισμού – σε μια λογική «αμερικανοποίησής» τους, έτσι ώστε, όπως εκεί, όλα, ένοπλα σώματα, φυλακές κλπ, να είναι, όλο και πιο πολύ, ιδιωτικά, με αναφορά σε ένα «επιτελικό κράτος». Δεν πρόκειται, φυσικά, μια μετάλλαξη από κάτι «καλό», που είναι η δημόσια αστυνομία, αυτή που όλοι ξέρουμε και ζούμε καθημερινά, σε κάτι «κακό», που θα είναι η (μερική) ιδιωτικοποίησή της. Είναι στη λογική της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στην καθημερινή δράση του ήδη υπάρχοντος «κακού».

Θα επιμείνουμε, όμως, σε κάτι που μας αφορά άμεσα ως κινηματική συλλογικότητα στο χώρο της ψυχικής υγείας και αυτό αφορά στα πιστοποιητικά ψυχικής υγείας που πρέπει να εκδίδονται προκειμένου οι ιδιώτες αυτοί αστυνομικοί να παίρνουν άδεια οπλοφορίας.

Θα θυμίσουμε ότι το πρόβλημα αυτό πρόκυψε, για πρώτη φορά, το 2008, όταν θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα οπλοφορίας στις εταιρείες σεκιούριτι. Τότε η ΕΨΕ, ύστερα από σχετική έκκληση που της έγινε, έβγαλε μια σημαντική απόφαση:

«Η Ψυχιατρική και οι Ψυχίατροι, τόνιζε, δεν έχουν τις γνώσεις ούτε τα μέσα για να μπορούν να βεβαιώσουν με ασφάλεια εάν ένα πρόσωπο μπορεί να φέρει πυροβόλο όπλο ή άλλο φονικό όργανο και πολύ περισσότερο να βεβαιώσουν ότι το πρόσωπο αυτό σε κάθε περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις θα αντιδράσει σύμφωνα με τις επιταγές του Νόμου και τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις που επικρατούν. Η αδυναμία ασφαλούς εκτίμησης και πρόβλεψης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε συνθήκες όπου το γενικότερο κλίμα χαρακτηρίζεται από έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης, συναισθηματική απίσχναση, χλευασμό των ιδανικών, έκπτωση των αξιών, αμφισβήτηση θεσμών και πολιτική πενία και καθημερινά και συνεχώς επιδεινούμενα φαινόμενα υπέρμετρης, άλογης και όχι σπάνια ανθρωποκτόνου βίας…».

Και κατέληγε: «Η Ε.Ψ.Ε. επομένως είναι ριζικά αντίθετη στην οποιαδήποτε πρακτική επέκτασης της χορήγησης όπλων και πολύ περισσότερο σε πρόσωπα που είναι υπάλληλοι ιδιωτικών οργανισμών. Και μάλιστα με την εμπλοκή στις σχετικές διαδικασίες επαγγελματιών της Ψυχικής Υγείας γιατί αυτό θα έδινε μια επίφαση εγγύησης ότι η χρήση τους θα ήταν νόμιμη και μόνο στις απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις».

Φυσικά, αυτή η απόφαση της ΕΨΕ ποτέ δεν εφαρμόστηκε, ποτέ δεν έγινε κατευθυντήριος άξονας της ψυχιατρικής πρακτικής. Γι΄ αυτό και σήμερα οι σεκιουριτάδες έχουν το ελεύθερο να οπλοφορούν, τουλάχιστον για «ειδικές αποστολές».

Με την θεσμοθέτηση της πρόσληψης ιδιωτών ως ένοπλων αστυνομικών/φρουρών, η νομιμότητα της κατοχής και της «ορθής» χρήσης του όπλου από τους οποίους θα επικυρώνεται (στην πραγματικότητα, θα κατασκευάζεται) από την δυνατότητά τους «ορθής εκτίμησης του κινδύνου», μέσω της σχετικής ψυχιατρικής γνωμάτευσης, το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω εμπλοκή και συνοδοιπορία της ψυχιατρικής σε μια χωρίς προηγούμενο ανεξέλεγκτη διάχυση της οπλοκατοχής και του ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Κάνουμε έκκληση σε όλους και όλες τους/τις ψυχιάτρους να μη δίνουν πιστοποιητικά για άδεια οπλοφορίας. Υπάρχει έμπρακτη εμπειρία πρακτικών που επιτρέπουν τη χορήγηση πιστοποιητικού «ψυχικής κατάστασης» για κάποιον/αν προκειμένου να εργαστεί σε εταιρεία σεκιούριτι, διατυπωμένη, όμως, με τρόπο που να αποκλείει τη χρήση της για έκδοση άδειας οπλοφορίας.

Και, για μιαν ακόμη φορά, καλούμε την ΕΨΕ να θυμηθεί αυτή τη δική της απόφαση, να εξετάσει αν ακόμα την υιοθετεί, έτσι ώστε να προχωρήσει σε ένα σχετικό κάλεσμα για την εφαρμογή της και σε καταγγελία των πρακτικών της ανεξέλεγκτης διάχυσης της οπλοφορίας.

6/8/2020



ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ




Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Ελεύθερος ο πρόσφυγας Α. Α. Ο αγώνας για την πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων του συνεχίζεται.






Κατόπιν των ανακοινώσεων από διάφορες πολιτικές συλλογικότητες και οργανώσεις αλλά και των δημοσιοποιήσεων στον ημερήσιο τύπο, ο Α.Α. αναγνωρισμένος πρόσφυγας από το Ιράκ, αφέθηκε ελεύθερος την Παρασκευή 31.7! Ωστόσο ο αγώνας του συνεχίζεται, δεδομένου ότι εκκρεμεί η ανάκληση του ασύλου του. Η διαδικασία ανάκλησης του ασύλου του διεκπεραιώνεται στο πλαίσιο μιας νέας πολιτικής πρακτικής που εγγράφεται στη φαρέτρα των νομικών αυθαιρεσιών και των μορφών καταστολής πλέον και ενάντια στους αναγνωρισμένους πρόσφυγες. Ενδεικτικά να πούμε ότι για τον Α.Α. δεν υπάρχει ακόμη έκδοση της απόφασης κράτησης από την Πέτρου Ράλλη (συλληφθείς την 22.7) ενώ η ενδεχόμενη απέλασή του «θα ισοδυναμούσε με εκτέλεση, ακριβώς λόγω της ταυτότητας φύλου που φέρει, και που ήταν και ο λόγος της διαφυγής του από τη χώρα καταγωγής, που τον κράτησε μέχρι στιγμής ζωντανό». Η περίπτωση του Α.Α. προφανώς και δεν είναι μεμονωμένη. Η ακραία αυτή νέα πολιτική γραμμή ασκείται ενάντια σε αναγνωρισμένες προσφύγισσες/ες  μέσω της σύλληψης και άσκησης- ακόμη και πολύ μικρών ποινικών διώξεων με αναστολή- ακόμη και για αδικήματα που σε καμία περίπτωση στο παρελθόν δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάκληση του ασύλου τους.  Στη συνέχεια η ΕΛΑΣ με βάση το νόμο 3646/19 παραπέμπει αίτημα στην Υπηρεσία Ασύλου για την ανάκληση του καθεστώτος τους, η οποία Υπηρεσία Ασύλου φαίνεται να αποδέχεται. 

Είναι φανερό ότι για την ρατσιστική και αντιμεταναστευτική πολιτικής  της κυβέρνησης (εντολοδόχου της γενικότερης αντιπροσφυγικής πολιτικής των Βρυξελλών) δεν υπάρχουν όρια στη βαρβαρότητα με την οποία εκφράζεται. Από τη Μόρια και τη Βιάλ (και τα κλειστά στρατόπεδα που ετοιμάζουν, με χρηματοδότηση της ΕΕ, στα νησιά), μέχρι και την πλ. Βικτωρίας, όταν αυτό που αναμένει ακόμα και όσους πάρουν άσυλο είναι μια "πανελλαδική πλατεία Βικτωρίας", όταν, όλο και πιο πολύ, ακόμα και ο κάθε "αναγνωρισμένος πρόσφυγας" θα έχει επικρεμάμενη την τύχη του Α.Α., η ανάγκη για ένα όλο και πιο διευρυμένο και όλο και μαχητικό κίνημα αλληλέγγυων για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των προσφύγων και των μεταναστών, γίνεται όλο και πιο επιτακτικό.


Φίλες/οι του Α.Α.

Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία





Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Η ζωή στις Δομές Φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Μια απάντηση στις συναδέλφισσες/ους για το συνεχές της πειθαρχικής συμμόρφωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού.





Χαιρετίζουμε την προσπάθεια των συναδέρφων/ισσων να απαντήσουν στο κείμενό μας κι έτσι να συμβάλλουν σε αυτόν τον δημόσιο διάλογο, που επιχειρήσαμε να ανοίξουμε σχετικά με τον πειθαρχικό και ελεγκτικό χαρακτήρα των Δομών Φιλοξενίας. Για εμάς είναι επίσης σημαντικό πως εργαζόμενοι/ες της Οργάνωσης Ιατρική Παρέμβαση συμμετείχαν στη συνέλευσή μας στις 27/06/2020, δίνοντας αφορμή για έναν πολύ δυνατό διάλογο. Αν και δεν είναι εύκολο να μεταφέρουμε το κλίμα και το περιεχόμενο, νιώθουμε την ανάγκη να σταθούμε σε κάποια σημεία:

Χαιρόμαστε που κατ’ αρχήν, και στο κείμενο τους, αναγνωρίζουν ότι στον εν λόγω Ξενώνα όντως κινήθηκαν οι διαδικασίες για ακούσια νοσηλεία και ότι όντως υπάρχει καταγγελία από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, καθώς και ότι οι εργαζόμενοι/ες «σέβονται την διεκδίκηση στην καταπάτηση των δικαιωμάτων του». Επίσης χαιρόμαστε που, κατά δεύτερον, αναγνωρίζουν ότι η «υπεράσπιση του δικαιώματος των παιδιών να έχουν διαφορετικό πρόγραμμα» και «ελεύθερη πρόσβαση στους χώρους του Ξενώνα», παρόλες τις καλές προθέσεις, «δεν επιτυγχάνονται πάντα». Σημαντικό επίσης πως ανοίγει το ερώτημα για το αν τα αίτια αυτής της αποτυχίας είναι δομικής φύσεως. Από εμάς είναι ξεκάθαρο πως το συγκεκριμένο ερώτημα μπορεί να μας βάλει σε έναν κοινό δρόμο.
Ταυτόχρονα όμως με αυτές τις παραδοχές, που μπορούν να αποτελέσουν την βάση για ένα δημόσιο διάλογο, αξίζει να επισημανθούν κάποια πράγματα που αναδείχτηκαν και στη Συνέλευση. Τα σημεία αυτά είναι τα παρακάτω: 

Αρχικά οι εργαζόμενοι/ες μοιάζει να αποδέχονται το γεγονός της ακούσιας νοσηλείας αλλά να αρνούνται τον πειθαρχικό της χαρακτήρα. Όπως μαρτυρούν πολλοί άνθρωποι με προσωπική εμπειρία αλλά και εργαζόμενοι σε Δομές Φιλοξενίας, πολύ συχνά μια ακούσια νοσηλεία έχει στοιχεία συμμόρφωσης και τέτοιες πειθαρχικές πρακτικές συμβαίνουν κατά κόρον. Το ερώτημα που εδώ παραμένει αφορά στο ποιες άλλες εναλλακτικές μη βίαιης απόκρισης υπήρξαν από τον Ξενώνα για το ξεπέρασμα μιας κρίσης, στην οποία εμπλεκόταν ένας έφηβος, χωρίς κανένα ιστορικό ψυχικής διαταραχής ή άλλης βίαιης συμπεριφοράς. Εξάλλου, ακόμα και οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν, που συνήθως με ευκολία προτείνουν χημική καταπράυνση, δε συνέστησαν καμία φαρμακευτική παρέμβαση, ενώ τον κράτησαν για δύο 24ωρα, δηλαδή τον ελάχιστο χρόνο που προβλέπει το πρωτόκολλο.  Επίσης, μένουν ανοικτά τα ερωτήματα: Πώς,  όταν «οι κακοποιητικές πρακτικές δεν έχουν θέση» σε οποιοδήποτε προνοιακό πλαίσιο και δη στον συγκεκριμένο Ξενώνα, οδηγήθηκε ο έφηβος στο να καταγγείλει την περιπέτειά του συντάσσοντας το δικό του κείμενο; Κατά πόσον είναι «απόλυτα σεβαστό το βίωμα του παιδιού», όταν πέρα από την αναφορά των συναδέλφων γενικά και αόριστα σε ατομικά δικαιώματα, δεν γίνεται κανένας λόγος για την ακούσια νοσηλεία του, επικαλούμενοι την «προστασία των προσωπικών του δεδομένων»;

Επίσης, υποστηρίχτηκε πως «κανένας εργαζόμενος και καμία εργαζόμενη, σε καμία θέση σε μια δομή φιλοξενίας, δεν έχει δικαιοδοσία/αρμοδιότητα να διατάξει ακούσια νοσηλεία». Όμως για τα ασυνόδευτα ανήλικα υπεύθυνοι είναι οι Εισαγγελείς Ανηλίκων του Πρωτοδικείου Αθηνών, που για ολόκληρη την Αττική είναι μόνο δύο. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως η κηδεμονία αναλαμβάνεται από τις Δομές Φιλοξενίας και πιο συγκεκριμένα από τον/την επιστημονικά υπεύθυνο/η, που το γνωστικό της αντικείμενο αφορά στην επιστημονική μεθοδολογία, ακολουθούμενη για την φροντίδα και την προστασία των φιλοξενούμενων εφήβων. Η άλλη υπεύθυνη θέση για ζητήματα διαχείρισης κρίσεων είναι η θέση της/του συντονίστριας.  Επομένως η κλήση στην αστυνομία γίνεται υπό την ευθύνη αυτών των συγκεκριμένων εργασιακών θέσεων, που τις επιτελούν κάποιοι εργαζόμενοι. Τα ερωτήματα λοιπόν δεν αφορούν γενικά και αόριστα στους εργαζόμενους. Αφορούν στους ρόλους και πώς αυτοί διεκπεραιώνονται μέσα στο θεσμό. Τι σημαίνει όμως επιστημονική ευθύνη και συντονισμός μιας τέτοιας Δομής; Πώς αντιλαμβανόμαστε τους συγκεκριμένους ρόλους; Έχουν χειραφετητικό χαρακτήρα; Αναπτύσσονται και επιτελούνται διαλογικά και διαλεκτικά; Λαμβάνουν υπόψιν τις ιδιαιτερότητες του κάθε προσώπου που φιλοξενείται;  Αναζητούνται εναλλακτικές;

Τελικά στο κείμενό μας θελήσαμε να κάνουμε ορατή την καταγγελία του ίδιου του άμεσα ενδιαφερόμενου σχετικά με την ακούσια νοσηλεία του, για να μην τη φάει το μαύρο σκοτάδι όπως συμβαίνει κατά κανόνα κι όχι ως «επιλογή δημιουργίας μιας πολωτικής κατάστασης στην κοινότητα των εργαζόμενων σε ΜΚΟ…». Είναι για εμάς προφανές ότι δεν «εκπροσωπούμε κανένα παιδί». Στηρίζουμε όμως τον αγώνα του και αυτό σημαίνει και διερεύνηση και άνοιγμα μιας συζήτησης. Μέσα από το κείμενο μας επιδιώκουμε να πολιτικοποιηθούν τα ζητήματα που αφορούν στην επισφάλεια εργασίας στις Δομές Φιλοξενίας και στις πρακτικές πειθάρχησης που συχνά πυκνά αναπτύσσονται, να επισημάνουμε πως κανείς δεν μπορεί να μιλάει για πρακτικές και περιεχόμενο εργασίας χωρίς να στέκεται και στην κουλτούρα και στο πλαίσιο που τα φιλοξενεί. Για εμάς, δεν υπάρχει «στοχοποίηση συναδέλφισσας». Δεν είναι προσωπικό το ζήτημα. Αυτό που αναδεικνύει το κείμενο μας, μιλώντας κυρίως στο α πληθυντικό, είναι η εργασία που καλούμαστε να φέρουμε σε πέρας μέσα από συγκεκριμένους εργασιακούς ρόλους και θέσεις, υπό τα κελεύσματα της εκάστοτε διοίκησης και στο πλαίσιο του δομικού μηχανισμού λειτουργίας των Δομών Φιλοξενίας. Ας αναρωτηθεί η «συναδέλφισσα» και  η καθεμία και ο καθένας από εμάς ποια είναι λοιπόν αυτή η εργασία που καλούμαστε να επιτελέσουμε και μέσα από ποιες συγκεκριμένες ειδικότητες και θέσεις.

Κλείνοντας να σταθούμε στην προσπάθεια των εργαζομένων να «αποτελέσουν τον μοχλό πίεσης για κοινωνική αλλαγή και κοινωνική δικαιοσύνη μέχρι το σημείο που τους το επιτρέπει η επαγγελματική εξουθένωση..» Η επαγγελματική εξουθένωση, το λεγόμενο burn out, είναι μία σημαντική προσθήκη των συναδελφισσών, που πράγματι δεν την είχαμε αναφέρει στο κείμενό μας. Δεν θα αναφερθούμε εδώ εκτεταμένα, αν και ο όρος καταντά προβληματικός, αν αναχθεί σε ένα ακόμα ψυχολογικό φαινόμενο. Και έτσι όμως μπορεί να ανοίξει μια συζήτηση σχετικά με το νόημα της «επαγγελματικής εξουθένωσης».

Τι «εξουθενώνει» τον εργαζόμενο; Σχετίζεται με το πλαίσιο στο οποίο εργάζεται; Τι επιπτώσεις έχει αυτή η «εξουθένωση» στα φιλοξενούμενα πρόσωπα; Ενδέχεται τότε οι ίδιες μας οι πρακτικές να παύουν να διέπονται από το όραμα της «κοινωνικής αλλαγής και δικαιοσύνης»;  Έχει κάποιο νόημα πολιτικό, θεραπευτικό (με την ευρεία χρήση του όρου θεραπεία), προσωπικό η ανάδειξη των παραπάνω και η ανοικτή συζήτησή τους μαζί με τους/τις φιλοξενούμενους/ες; Και μήπως αυτή θα ήταν μια πραγματικά επικίνδυνη πρακτική για τους από πάνω; Πώς τελικά θα μιλήσουμε ανοικτά, οι από τα κάτω (εργαζόμενοι και φιλοξενούμενοι), για την όποια «εξουθένωσή» μας;

Γιατί τελικά μπορεί αυτή ακριβώς η «η εξουθένωση μας» να αποτελέσει αφορμή συνάντησης, χειραφέτησης και κοινωνικής αλλαγής. Χρειάζεται όμως για τούτο και μια λεπτή όσο και δύσκολη μετακίνηση: αυτή που θέλει την εργαζόμενη που δουλεύει «για τους φιλοξενούμενους» να μετασχηματιστεί σε δουλειά «μαζί με τους φιλοξενούμενους». Μήπως μόνο τότε θα μπορούσαμε πραγματικά να μιλήσουμε για το τι σημαίνει φιλοξενία;  Ίσως αυτό που μπορούμε γι’ αρχή να κάνουμε, είναι να αναγνωρίσουμε τις αντιφάσεις της δουλειάς μας, να τις πολιτικοποιήσουμε, να αναγνωρίσουμε τις ευθύνες των εργασιακών μας θέσεων μέσα στις δομικές αυτές αντιφάσεις, και να αρχίσουμε να μιλάμε με όρους συλλογικούς και πολιτικούς ξεπερνώντας τα πρώτα αμυντικά μας αντανακλαστικά.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι ακούσιες νοσηλείες για λόγους πειθάρχησης ή «επαγγελματικής εξουθένωσης» οφείλουμε να είναι κόκκινη γραμμή και o κοινός τόπος της συζήτησης που διεξάγουμε.


1/8/2020



Εργαζόμενες/οι σε Δομές Φιλοξενίας και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις

Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία





Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

ΝΑ ΜΠΕΙ ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΓΩΓΕΣ ΜΕ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΚΛΟΥΒΕΣ ΤΩΝ «ΑΣΘΕΝΩΝ ΤΟΥ ΑΡ. 69 ΠΚ» - ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ




Με αφορμή τις καταγγελίες που έγιναν για την ψυχολογικά 

κακοποιητική αντιμετώπιση και την ταλαιπωρία που υπέστησαν 

ασθενής του αρ. 69 (δηλαδή, «αδικοπραγούντος ατόμου που 

απαλλάσσεται της ποινής λόγω ψυχικής διαταραχής»), που 

μεταφερόταν με την «κλούβα των μεταγωγών» από το ΨΝΑ στο 

δικαστήριο για εκδίκαση της υπόθεσής του και η γιατρός που 

υποχρεωτικά τον συνόδευε, θα θέλαμε, ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’, να 

επισημάνουμε μερικά πράγματα.


Για τους ασθενείς του αρ. 69 ΠΚ, αυτές οι μεταφορές από το 

ψυχιατρείο στο δικαστήριο με την «κλούβα του μεταγωγών» δεν 

είναι κάτι καινούργιο. Ανέκαθεν έτσι γινόταν. Την ημέρα που θα 

εκδικαζόταν η υπόθεσή του για άρση (ή και ανανέωση) του 

μέτρου θα πέρναγε, στις 7 πμ, η κλούβα να τον πάρει (με 

χειροπέδες) , κάνοντας το γύρο από τα όποια καταστήματα 

κράτησης για να στοιβάξει όλους όσων η υπόθεση θα 

εκδικάζονταν εκείνη την ημέρα και έπρεπε να είναι στην 

«Ευελπίδων». Μόλις έφταναν εκεί, θα μεταφέρονταν στο υπόγειο 

ενός εκ των κτιρίων (που λειτουργούσε ως προσωρινό 

κρατητήριο) για να μεταφερθούν στην αίθουσα του δικαστηρίου 

όταν έφτανε η ώρα εκδίκασης της υπόθεσής τους και, 

ανεξαρτήτως αποτελέσματος της δίκης, θα ξαναμεταφέρονταν στο 

υπόγειο κρατητήριο μέχρις ότου κλείσουν όλες ο υποθέσεις και η 

«Ευελπίδων» συνολικά, έτσι ώστε, και πάλι με την κλούβα, να 

μεταφερθεί ο καθένας απ΄ όπου είχε μεταφερθεί το πρωί, ο 

ασθενής του αρ. 69 στο ψυχιατρείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, 

ακόμα και ασθενείς που διέμεναν σε ανοιχτές εξωνοσοκομειακές 

στεγαστικές δομές (παράτυπα, με τη ευθύνη των θεραπόντων 

ψυχιάτρων, μέχρι την νομιμοποίηση της παραμονής σε στεγαστική 

δομή με το νόμο του 2017) μεταφέρονταν τη νύχτα πριν την μέρα 

της εκδίκασης της υπόθεσή τους, στο ψυχιατρείο, ώστε να 

παραληφθούν, το επόμενο πρωί, από το «μεταγωγών», με 

χειροπέδες κλπ.


Για πολλά χρόνια, το καθεστώς του «ασθενή του αρ. 69» ήταν 

μέσα σε μια δομική ασάφεια, φυλακτικού χαρακτήρα, κάτι μεταξύ 

Ψυχιατρικής και Δικαιοσύνης (στα πλαίσια της γνωστής 

διαχρονικής και αγαστής τους συνεργασίας και 

«αλληλοεξυπηρέτησης»). Με το νόμο 4509 του 2017 (ενός 

συνοθυλεύματος λεκτικά προοδευτικών αλλαγών και άκρως 

παλινδρομικών ρυθμίσεων), στο αρ.16, παρ. 3 αναφέρεται, έστω 

και στα λόγια, ότι «ο θεραπευόμενος (εννοεί του αρ. 69) δεν 

θεωρείται κρατούμενος σύμφωνα με την έννοια των άρθρων 172 

και 173 του Ποινικού Κώδικα». Άρα, γιατί να συνεχίζεται το, 

ούτως ή άλλως ανέκαθεν απαράδεκτο, καθεστώς της μεταφοράς 

με «κλούβα» στο δικαστήριο (όπως και πολλά άλλα, που δεν είναι 

του παρόντος); 

 
Και σαν να μην έφτανε αυτό, όταν, πριν λίγους μήνες, πρόκυψε 

ένα, αναφερόμενο, «περιστατικό βίας» ενός γνωστού «δύσκολου» 

ασθενή του ΨΝΑ (που κατασκευάστηκε ως «δύσκολος») κατά 

αστυνομικού μέσα στην κλούβα, απαιτήθηκε, με παρέμβαση 

εισαγγελέα, να συνοδεύει στην κλούβα τον μεταφερόμενο ασθενή 

και γιατρός, - στη λογική των μεταφορών με το ΕΚΑΒ 

νοσηλευόμενων στα ψυχιατρεία σε άλλα νοσοκομεία για 

παθολογικά ή άλλα σωματικά προβλήματα (όπου, ως γνωστόν, 

εδώ και χρόνια, έχει καθιερωθεί να μην συνοδεύει νοσηλευτικό 

προσωπικό, αλλά γιατρός).


Ένας κλασικός, για τη λειτουργία του συστήματος, οργανωτικός 

τραγέλαφος που έβαλε και τους γιατρούς στην ίδια ταλαιπωρία 

που ανέκαθεν υφίστανται οι ασθενείς και έτσι, αυτή η απάνθρωπη 

και άκρως αντιθεραπευτική διαχείριση, ήλθε στο φως της 

δημοσιότητας. 
 

Είναι σαφές ότι, και αυτό το ζήτημα, όπως και πολλά άλλα που 

υπάρχουν, αλλά και τα πολύ περισσότερα που «έρχονται» (καθώς 

ετοιμάζονται ως νομοθετικές ρυθμίσεις, εγκύκλιοι κλπ, από την 

παρούσα κυβέρνηση) είναι αναπόσπαστες πτυχές ενός παγιωμένου 

νεο-ιδρυματικού συστήματος, με πολλές παλαιο-ιδρυματικές 

παραμέτρους - ενός συστήματος ψυχικής υγείας σε διαδικασία 

ολοταχούς σκλήρυνσης. 
 

Χωρίς να μπούμε σε μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση του 

ζητήματος, για το τι είναι και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται 

οι «αδικοπραγούντες ψυχικά πάσχοντες», από ένα «άλλο σύστημα 

Ψυχικής Υγείας», χειραφετητικό και κοινοτικά βασισμένο και από 

μια «άλλη Δικαιοσύνη», θα επικεντρώσουμε μόνο στη (δυστυχώς 

απλώς) φράση του ν.4509, ότι «δεν θεωρούνται κρατούμενοι».


Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι δεν πάνε, πχ, στο δικαστήριο με 

την αστυνομία και την κλούβα, αλλά οι ίδιοι, ως υποκείμενα, με 

την εκάστοτε αναγκαία στήριξη και συνοδεία μελών της 

θεραπευτικής ομάδας. Γιατί είναι αυτή η ομάδα που εισηγείται την 

άρση (ή, σπανιότερα, την παράταση) του μέτρου και συνοδός/οί 

μπορεί να είναι μέλη της (όποιας ειδικότητας), που έχουν μια καλή 

θεραπευτική σχέση με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και/ή πρόκειται 

να καταθέσουν σχετικά. 

 
Πώς είναι δυνατό να μένει κάποιος, πχ, σε μια εξωνοσοκομειακή 

στεγαστική δομή (πόσο μάλλον να μένει στο σπίτι του και να 

κάνει, στα πλαίσια του μέτρου, «υποχρεωτική θεραπεία» σε ΚΨΥ, 

εξωτερικά ιατρεία κλπ - κάτι που το προβλέπει ο νόμος, αλλά, 

στην πράξη, πουθενά δεν εφαρμόζεται) και όταν έλθει η ώρα της 

δίκης για την άρση του μέτρου, να πρέπει να μπει στο ψυχιατρείο 

και μετά στην κλούβα, να του βάλουν χειροπέδες κοκ;



Είναι σαφές ότι, άμεση διεκδίκηση, εν προκειμένω, πρέπει να είναι  

η πλήρης και οριστική κατάργηση της διαδικασίας της κλούβας, 

των «μεταγωγών» κλπ και η μετάβαση του ασθενή στο 

δικαστήριο με την συνοδεία των θεραπευτών του, κοντά στην 

ώρα που είναι να εκδικαστεί ή υπόθεσή του. Κάποιες, σχετικά 

σπάνιες, ιδιαίτερες περιπτώσεις, μπορούν να αντιμετωπίζονται με 

κατάλληλη προετοιμασία από την θεραπευτική ομάδα.

14/7/2020




ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ 

ΥΓΕΙΑ











Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Τελεσίδικη απόφαση κατά της Μ.Κ.Ο «Έδρα»




Η απόφαση του εφετείου καταδικάζει πλέον 

τελεσίδικα τη Μ.Κ.Ο «ΕΔΡΑ» για το παράνομο της 

απόλυσης του Γ.Ε.
 
Ο εν λόγω εργαζόμενος απολύθηκε εκδικητικά, γιατί ασκώντας τα επιστημονικά και θεραπευτικά του καθήκοντα υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των ενοίκων στο οικοτροφείο που εργαζόταν , ως πρώην έγκλειστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, αλλά και ως ανθρώπων με πλήρη δικαιώματα ανεξαρτήτως φυλής, θρησκεύματος και υγείας.
 
Ο Γ.Ε. εξαιτίας της στάσης του αυτής στον εργασιακό χώρο , έγινε στόχος της διοίκησης της Μ.Κ.Ο, η οποία βαφτίζοντας τις διαφωνίες σε επιστημονικό και ηθικό επίπεδο σε «συγκρούσεις». Αρχικά με διάφορες μεθοδεύσεις προσπάθησε να τον αναγκάσει να παραιτηθεί , ενώ στη συνέχεια τον απομάκρυνε , από το οικοτροφείο, πηγαίνοντας τον σε άλλη μονάδα της Μ.Κ.Ο (που από την αρχή φαινόταν ότι ήταν θνησιγενής λόγω του ελλιπούς σχεδιασμού της). Έπειτα από μερικούς μήνες η μονάδα αυτή έκλεισε , οπότε και η διοίκηση τον απέλυσε επικαλούμενη έλλειψη θέσεων εργασίας !
 
Ελπίζοντας ότι η συγκεκριμένη απόλυση θα είναι και η τελευταία σε ένα προβληματικό εργασιακό πλαίσιο αλλά και ένα μακρύ κατάλογο από εκβιασμούς και παραβιάσεις στο χώρο των Μ.Κ.Ο. Παραβάσεις που αφορούν τόσο τους εργαζόμενους που δουλεύουν σε καθεστώς επισφάλειας και θίγονται τα εργασιακά τους δικαιώματα, αλλά και όσον αφορά τα δικαιώματα των ανθρώπων –ληπτών των υπηρεσιών-είτε για παράδειγμα στο χώρο της ψυχικής υγείας ,μέσα από νεοιδρυματικές αντιλήψεις οργάνωσης των δομών, είτε και στο προσφυγικό, όπου κράτος και Μ.Κ.Ο παίζουν ένα απάνθρωπο παιχνίδι αλληλο-επίρριψης ευθυνών στις πλάτες εργαζομένων και προσφύγων .



Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία, ΣΒΕΜΚΟ (Σωματείο Βάσης Εργαζομένων στις ΜΚΟ), ΣΒΕΨΥΚΟΙ (Σωματείο Βάσης Εργαζομένων στην Ψυχική Υγεία και Κοινωνική Πρόνοια)











Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

Η επόμενη συνάντηση/συνέλευση της "Πρωτοβουλίας 'Ψ' " : Σάββατο, 27/6/2020, ώρα 12.00, στο πάρκο Βουτιέ











Η επόμενη συνάντηση/συνέλευση της 

«Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην 

Ψυχική Υγεία» θα γίνει το Σάββατο, 27/6/2020, ώρα 

12.00, στο πάρκο Βουτιέ, (απέναντι από το Θέατρο 

Δόρας Στράτου-περιφερειακός Φιλοπάππου).



Θέματα:

  1. Ενημερώσεις και συζήτηση πάνω σε ζητήματα 

    εγκλεισμού , συνθηκών νοσηλείας κτλ, 
     
  2. Δομές "φιλοξενίας ασυνόδευτων"

  3. Η εμπειρία από το camp της Μαλακάσας

  4. Δράσεις, παρεμβάσεις, συζητήσεις κτλ

  5. Οργανωτικά θέματα




Πρόσβαση με συγκοινωνίες:


-ΗΣΑΠ στάση Πετράλωνα (8 λεπτά περπάτημα)
-Τρόλεϊ γραμμή 15 στάση Φιλοπάππου (1 λεπτό περπάτημα)
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ



Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

Η ζωή στις Δομές φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Ένα συνεχές πειθαρχικής συμμόρφωσης και κοινωνικού αποκλεισμού






Ως εργαζόμενες/οι σε Δομές Φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις αλλά και εργαζόμενες/οι και χρήστ(ρι)ες στο Χώρο της Ψυχικής Υγείας θα θέλαμε να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας με στόχο να διανοίξουμε τον δημόσιο διάλογο γύρω από τον πειθαρχικό ρόλο που επιτελούν οι παραπάνω δομές στις ζωές των ασυνόδευτων ανηλίκων ως μια συνέχεια της κριτικής που έχει ασκηθεί για τους χώρους εγκλεισμού μεταναστ(ρι)ών. Αυτό το κείμενο έρχεται ως ελάχιστη ένδειξη συμπαράστασης στην προσπάθεια των ίδιων των παιδιών να εισακουστούν οι φωνές τους που καταγγέλλουν το συνεχές αποκλεισμού που βιώνουν ακόμα και μέσα στους χώρους που καλούνται να νιώσουν “σπίτι“ τους. Από τη θέση μας όσων εργαζόμαστε σε αυτά τα “ σπίτια”,  θεωρούμε σημαντικό να αναδείξουμε τους τρόπους με τους οποίους η εργασιακή επισφάλεια, οι εργασιακές συνθήκες και σχέσεις επηρεάζουν το περιεχόμενο της εργασίας μας, που είναι η υπεράσπιση και η στήριξη στη διαμόρφωση της κοινωνικότητας των ασυνόδευτων ανηλίκων.
 
Πρόσφατα λάβαμε γνώση για έναν αγώνα που δίνουν τα παιδιά που διαμένουν στον Ξενώνα Εστία της Οργάνωσης Ιατρική Παρέμβαση και που στις 17 Απριλίου υπέβαλαν αναφορά - καταγγελία σε αρμόδιους φορείς1, μεταξύ άλλων και για περιστατικό ακούσιας νοσηλείας ενός εξ αυτών σε ψυχιατρική κλινική ως μέσο πειθάρχησής του.

Σύμφωνα με το κείμενο - καταγγελία του ίδιου του παιδιού, το βράδυ της 12ης Φλεβάρη και μετά από μια λογομαχία σε συνάντηση που είχε με την επιστημονικά υπεύθυνη της δομής (το “Boss” όπως τα παιδιά την αποκαλούν) κλήθηκε η αστυνομία, η οποία και τον μετέφερε με χειροπέδες στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί, και χωρίς να του έχει ειπωθεί τίποτα πιο πριν, του ανακοινώνουν οι αστυνομικοί για πρώτη φορά ότι θα παραπεμφθεί για νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική.  Η νοσηλεία του διήρκησε 48 ώρες, κατά την οποία του χορηγήθηκαν φάρμακα με τη βία, μίλησε με ψυχιάτρους επαναλαμβάνοντας τα προβλήματα που αντιμετωπίζει μαζί με τα άλλα παιδιά στο “σπίτι”, καταλήγοντας σε μία απ’ αυτές τις συναντήσεις αλλά και στο κείμενο του στο εξής : «Έμαθα ένα πράγμα, ότι ποτέ ξανά δεν πρέπει να ζητήσω οτιδήποτε ή να διαμαρτυρηθώ για κάτι μέσα στο σπίτι, γιατί αλλιώς θα με φέρουν εδώ». Να σημειωθεί ότι δεν έμαθε ποτέ σε ποια ψυχιατρική κλινική μεταφέρθηκε, δεν του συνταγογραφήθηκε ποτέ κανένα φάρμακο, είτε πριν είτε μετά τη νοσηλεία του και δεν έχει κανένα ιστορικό ψυχικών διαταραχών.

Πρόκειται για ένα περιστατικό βίαιης και τραυματικής καταστολής ενός ανθρώπου 17 χρονών που εγείρει τουλάχιστον ζητήματα κατάχρησης εξουσίας από την πλευρά της διοίκησης και μέρους του επιστημονικού προσωπικού.


Η ακούσια νοσηλεία, ο ιδρυματισμός ή εκεί που συναντώνται παλαιές και νέες μορφές πειθάρχησης και ελέγχου
 
H ψυχιατρική νοσηλεία που επιβάλλεται σε άτομα που πάσχουν από ψυχική διαταραχή και δεν είναι ικανά να κρίνουν για το συμφέρον της υγείας τους,  έχει εδώ και χρόνια αμφισβητηθεί ως βίαιη καταστολή ατομικών ελευθεριών και χειραφετητικών πρακτικών, ενώ έχει χυθεί πολύ μελάνι για να αποδομηθεί η αναγκαιότητα του εγκλεισμού των ανθρώπων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, πόσο μάλλον με ενέργειες που καταστρατηγούν τις προσωπικές τους ελευθερίες και βασικά ατομικά δικαιώματα. 
Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μια εργαλειοποίηση της ακούσιας νοσηλείας σε τέτοιο βαθμό που από τη μία επιβεβαιώνει εμφατικά τον κατασταλτικό χαρακτήρα της ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον πειθαρχικό και ελεγκτικό χαρακτήρα του περιβάλλοντος εντός του οποίου νομιμοποιείται. Στην προκειμένη των Δομών Φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων.
Το περιστατικό αυτής της βίαιης ακούσιας νοσηλείας δεν είναι μεμονωμένο και σε καμία περίπτωση αποκομμένο από το δομικό μηχανισμό λειτουργίας των Ξενώνων εν γένει. Υποστηρίζουμε πως η χρήση της δυτικοκεντρικής ψυχολογίας για λόγους συμμόρφωσης σε συνδυασμό με την άκαμπτη επιβολή ενός κανονιστικού πλαισίου στους Ξενώνες δημιουργούν μια ιδρυματοποιημένη συνθήκη καθημερινότητας και χτίζουν ένα περιβάλλον όπου η ακούσια νοσηλεία ως αμιγής μορφή πειθάρχησης όχι απλά νομιμοποιείται αλλά οριακά μοιάζει να είναι μια φυσικοποιημένη μορφή “εκπαίδευσης των ανηλίκων”.
Γιατί σε ένα πλαίσιο όπου τα ζητήματα ζωής ανάγονται σ’ ένα πεδίο “διαχείρισης” και τα παιδιά σε “ωφελούμενους”, για τις ΜΚΟ και τις τρέχουσες μεταναστευτικές πολιτικές, η επιστράτευση της ακούσιας νοσηλείας ως μέσο πειθάρχησης περνάει στα ψιλά. Γιατί σε αυτό το πλαίσιο η ακούσια νοσηλεία επιστρατεύεται αβασάνιστα ως άλλο ένα αναβαθμισμένο μέσο “διαχείρισης” των παιδιών, με την αναλγησία της διοίκησης και μέρους του επιστημονικού προσωπικού πραγματικά να φαντάζει τρομακτική.
Όπως τρομακτική είναι και η απουσία διαπολιτισμικής προσέγγισης σε Ξενώνες που διαβιούν άνθρωποι με διαφορετικές -ακόμα και μεταξύ τους- εθνοτικές καταγωγές και πολιτισμικές συγκροτήσεις. Αυτό που διαιωνίζεται στην ουσία είναι μια νεοαποικοκρατική νοοτροπία που αντιμετωπίζει τα παιδιά ως υποκείμενα που διέπονται από μια και μοναδική ψυχολογία, ως άνθρωποι χωρίς παρελθόν, ως οι άλλοι που χαρακτηρίζονται αποκλειστικά από τη προσφυγική εμπειρία, η οποία και χρήζει διαχείρισης με κάθε μέσο. Υποστηρίζουμε πως αυτό που συντελείται στους Ξενώνες Φιλοξενίας, κάτω από το ανθρωπιστικό προσωπείο των ΜΚΟ, είναι πρακτικές ελέγχου και διαχείρισης, που ευνοούν την κατασκευή ιδρυματοποιημένων ανθρώπων. Υποστηρίζουμε ότι τα ξεσπάσματα των παιδιών και οι αντιδράσεις μέσα στο “σπίτι” τις περισσότερες των περιπτώσεων δεν δηλώνουν κάποια ψυχική αστάθεια ή ασθένεια αλλά είναι το αποτέλεσμα των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα σε συνθήκες πειθάρχησης και ελέγχου. Η εικόνα αυτή του απροσάρμοστου παιδιού ή ακόμη και βίαιου είναι μια επιπλέον δυτική πολιτισμική κατασκευή.

Πώς όμως πραγματώνεται αυτή η νοοτροπία στο επίπεδο της καθημερινότητας στους ξενώνες;
Ένα δομικό χαρακτηριστικό αυτών των ξενώνων είναι η καθημερινή παρουσία του ψυχολόγου μέσα στο χώρο όπου τα παιδιά καλούνται να νιώσουν σπίτι τους. Ο ψυχολόγος, “το υποκείμενο που γνωρίζει”, φέρει την πρώτη και τελευταία λέξη για τη “διαχείριση των ανηλίκων”. Είναι ο ειδικός, με τον οποίον τα παιδιά πρέπει αναγκαστικά να συνευρεθούν, να μιλήσουν για τα “τραύματά τους” και να διαγνωστούν σύμφωνα με τα δυτικά ψυχομετρικά εργαλεία αξιολόγησης της προσωπικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο η απόδοση ψυχικών διαταραχών αν όχι ασθενειών, με την συνακόλουθη χορήγηση φαρμάκων, σε πολλές των περιπτώσεων, είναι η επικρατέστερη λύση για τη “διαχείριση της προσφυγικής εμπειρίας” που οργανώνεται στη βάση μιας διαφορετικής θυμικής οικονομίας.
Στο σχεδιασμό αυτού του μηχανισμού “διαχείρισης των ωφελούμενων“ προφανώς και δεν λαμβάνονται υπόψιν οι διαφορετικές πολιτισμικές συγκροτήσεις του εαυτού. Δομείται ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι/ες έρχονται αντιμέτωποι με μια σύνθετη πολιτισμική γραμματική ασύμμετρη με τις δικές τους προσλαμβάνουσες, με αφηγήσεις και πολιτισμικές πρακτικές που είτε δεν θέλουν είτε δεν έχουν χρόνο να κατανοήσουν και που με φυσικότητα καταλήγουν σε συμπεράσματα του τύπου «τα παιδιά είναι κακομαθημένα», «είναι χειριστικά», «θέλουν να περνάει το δικό τους». Ασφαλώς η ψυχιατρικοποίηση των συμπεριφορών των παιδιών που “παραφέρονται” δεν είναι η μόνη λύση. Άλλη προσφιλής τακτική είναι η απειλή ή και η κλήση στην αστυνομία. Δεν είναι λίγες οι φορές που εκστομίζεται η απειλή της παρέμβασης της αστυνομίας για την συμμόρφωση των παιδιών στο κανονιστικό πλαίσιο του Ξενώνα.
Και αυτό το κανονιστικό πλαίσιο του Ξενώνα, επεκτείνεται και ορίζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας των παιδιών. Από το πρωινό τους ξύπνημα, πολλές φορές με φωνές, τα άκαμπτα ωράρια της σίτισης τους (πρωινό, δεκατιανο, μεσημεριανό, απογευματινό, βραδινό), μέχρι την ώρα του ύπνου τους, η ζωή στους ξενώνες γίνεται μία αφόρητη επανάληψη της μιζέριας των ανθρώπων που εμπνεύστηκαν αυτούς τους κανόνες.

Κανόνες λειτουργίας των ξενώνων, κανόνες φαγητού, κανόνες παντού ή ..business ae usual!

Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν υποστηρίζουμε μια εγγενή αντίθεση προφανώς στους κανόνες, αλλά θέλουμε να αμφισβητήσουμε τους λόγους για τους οποίους συντάσσονται οι συγκεκριμένοι, τους τρόπος με τους οποίους εφαρμόζονται και τον ρόλο που τελικά επιτελούν στην καθημερινότητα και τη ζωή των παιδιών.
Η κυρίαρχη αφήγηση που νομιμοποιεί την επιβολή των συγκεκριμένων κανόνων, δεν είναι άλλη από την αναπαραγωγή της δυτικής εννοιολόγησης περί ανηλικότητας. Πρόκειται για άτομα που είναι ανήλικα και που χρήζουν διαπαιδαγώγησης και πειθάρχησης με όλες τις συμβολικές συνδηλώσεις της παθητικότητας που αυτή η εννοιολόγηση φέρει. Τι κι αν αυτά τα παιδιά διαφέρουν πολύ από το πρότυπο του ευρωπαίου/ ντόπιου εφήβου κι έχουν πάρει προ πολλού τη ζωή στα χέρια τους φέροντας τεράστια ευθύνη για τους ίδιους και πολλές φορές για την οικογένεια τους.
Με τους κανόνες να οικοδομούνται στη βάση της παραπάνω διαπίστωσης, στην πράξη και κυρίως με τον άκαμπτο και αυστηρό τρόπο με τον οποίο συνήθως επιβάλλονται αυτοί οι κανόνες, όχι μόνον ομογενοποιούν τις ανάγκες ανθρώπων με μεγάλες -και μεταξύ τους- πολιτισμικές διαφορές αλλά επιπρόσθετα τους αδρανοποιούν, εφόσον το προνόμιο της δράσης το έχουν αυτοί που διαχειρίζονται και διευθύνουν τον ξενώνα, πράγμα που μεταξύ άλλων συνάδει και στην ανάδειξη της πολιτισμικής υπεροχής των γηγενών .
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κανονιστικό πλαίσιο σε σχέση με τη σίτιση.
Η εκπαίδευση των ‘’ωφελούμενων’’ συνίσταται στο να προσέρχονται συγκεκριμένες ώρες για τη διανομή του φαγητού, να μην αιτούνται φαγητό πέραν αυτού που τους προσφέρεται και πέραν του προκαθορισμένου ωραρίου ακόμα κι όταν προβάλλουν σοβαρούς λόγους για τους οποίους δεν προσήλθαν έγκαιρα στην κουζίνα. Όμως ενώ οι κανόνες σε σχέση με τη σίτιση υποτίθεται πως είναι αναγκαίοι για την εύρυθμη λειτουργία του ξενώνα, εντούτοις το φαγητό δεν είναι απλά ένα ζήτημα τεχνικής φύσεως λειτουργίας μια δομής. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως όλες οι εντάσεις προκύπτουν στην κουζίνα και με επίδικο το φαγητό, εφόσον το ζήτημα του φαγητού είναι ταυτόχρονα ζήτημα διαπραγμάτευσης της ταυτότητας. Η ανάλυση του συγκεκριμένου θέματος ξεφεύγει από τα όρια αυτού του κειμένου, αλλά θα θέλαμε σημειακά κ μόνο να θέσουμε την ερώτηση του τι θα σήμαινε για τους/τις εαυτές μας αν π.χ. καθημερινά μας προσφερόταν φαγητό χωρίς καμία δυνατότητα επιλογής, συγκεκριμένη ώρα κάθε ημέρας και για μεγάλο χρονικό διάστημα. 
 
Επιπλέον οι “ωφελούμενοι” αποκλείονται από την κουζίνα εκτός από τις ώρες των γευμάτων, όπου και είναι μόνιμα υπό επίβλεψη. Ακόμη κι όταν επιτρέπεται η είσοδος απαγορεύεται η οικειοποίηση του χώρου, απαγορεύεται να κάνουν χρήση κάποιου σκεύους π.χ. για να στύψουν ένα χυμό ή να χρησιμοποιήσουν μπαχαρικά προκειμένου να παρέμβουν στο φαγητό που τους προσφέρεται και το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ελληνικές διατροφικές συνήθειες. Δικαιούνται ένα φρούτο την ημέρα και όχι δύο και μόνο κατά τη διάρκεια του απογευματινού, δύο φακελάκια τσάι ( ένα κατά τη διάρκεια του πρωινού και ένα κατά τη διάρκεια του απογεματινού), ένα ποτήρι χυμό μία φορά την εβδομάδα. Δεν επιτρέπεται να πάρουν το φρούτο ή το τσάι στο δωμάτιό τους ή οτιδήποτε άλλο. Δεν επιτρέπεται να φέρουν αναψυκτικό από έξω, δεν επιτρέπεται να φέρουν φαγητό από έξω. Κουραστήκατε μόνο που τα διαβάζετε; Και είναι κάποιοι από τους πολλούς κανόνες και μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με τη σίτιση.
Με άλλα λόγια, το “σπίτι” δεν γίνεται εκείνο το πεδίο όπου μπορεί να οργανωθεί και να εκδηλωθεί συμβολικά και υλικά μια δυναμική κοινωνική ζωή, ένα νοητικό και υλικό καταφύγιο όπου τα παιδιά θα αισθάνονται εκείνη την ασφάλεια για να προβάλλουν την ταυτότητα τους μέσα από τις διαπολιτισμικές και διακοινωνικές τους συναναστροφές. Αντιθέτως αποτελεί ένα εχθρικό περιβάλλον, από το οποίο προσπαθούν να προστατευτούν αμυνόμενα με διάφορους τρόπους : από το να μην συμμετέχουν στην ομαδική καθαριότητα του σπιτιού που γίνεται μια φορά την εβδομάδα, από το να είναι προσκολλημένα στα κινητά τους μέχρι το να αντιδρούν πετώντας στα σκουπίδια το φαγητό και να δείχνουν αδιαφορία για κάθε ομαδική δραστηριότητα.
Ασφαλώς όλες αυτές οι αντιδράσεις, αντιμετωπίζονται τις περισσότερες φορές από το προσωπικό ως ενδείξεις της εκρηκτικής εφηβικής ηλικίας των παιδιών, ως ενδείξεις ότι τα παιδιά «δεν ξέρουν τι θέλουν και είναι κακομαθημένα», ενώ κάποιοι από το επιστημονικό προσωπικό προβαίνουν σε επιδεικτικές κινήσεις αυταρχισμού ως αντίποινα για τις προαναφερθείσες αντιδράσεις με το να απαγορεύουν ανά περίπτωση την έξοδο από το σπίτι, με το να αρνούνται ανά περίπτωση την χορήγηση του pocket money (το μηνιαίο και μηδαμινό χαρτζιλίκι των παιδιών, τα 30 ευρώ) ή ακόμη με το να βάζουν τα παιδιά να καθαρίζουν τις τουαλέτες λες και βρίσκονται σε κάποιο στρατόπεδο.
Όλα τα παραπάνω συνάδουν στην θυματοποίηση των παιδιών και τη διαχείρισή τους με τακτικές και συμπεριφορές που υποσκάπτουν μια ευρύχωρη θέαση των σύνθετων βιογραφιών και εμπειριών τους. Όλα τα παραπάνω, συντείνουν σε ένα διευρυμένο αίσθημα ιδρυματοποίησης, ανασφάλειας και φόβου. Τα παιδιά δεν αντιμετωπίζονται ως δρώντα υποκείμενα καθόλα ικανά να διαμορφώσουν το παρόν τους και την καθημερινότητά τους μέσα στον ξενώνα, πόσο μάλλον να διαμορφώσουν το μέλλον τους, να διαμορφώσουν την κοινωνικότητά τους, να αλληλεπιδράσουν με το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζουν. 
 
Το περιεχόμενο της επισφαλούς εργασίας στις ΜΚΟ και η “διαχείριση των ανηλίκων”. Εύθραυστες ισορροπίες και δομικές αντιφάσεις ή ..ποιος τελικά πληρώνει τα σπασμένα ;

Όπως και στην πλειοψηφία των ΜΚΟ, η εργασία στην Ιατρική Παρέμβαση συνιστά μία συνεχή συνθήκη επισφάλειας. Στην αλλαγή των συμβάσεων από πλήρη σε εκ περιτροπής απασχόληση, στις καθυστερήσεις δεδουλευμένων (εως και τρεις-τέσσερις μήνες), στην έλλειψη ενημέρωσης από την πλευρά της διοίκησης προς το προσωπικό για αυτές τις καθυστερήσεις, στην αιφνίδια αλλαγή της εργασίας μεγάλης μερίδας εργαζομένων από 5νθήμερη μόνο τα σαββατοκύριακα, στις απολύσεις εν είδη «λήξης της σύμβασης», αποκαλύπτεται η κανονιστική βία με την οποία ενδύεται το ανθρωπιστικό προσωπείο της Ιατρικής Παρέμβασης.
Η ταύτιση με την εργοδοσία είναι ένας από τους τρόπους που η συγκεκριμένη διοίκηση επιβάλλει τις παραπάνω εκμεταλλευτικές σχέσεις εργασίας. Ο δεύτερος τρόπος, διάχυτος σε μεγάλο μέρος του προσωπικού, είναι η υποδαύλιση του ανταγωνισμού τόσο ανάμεσα στην ψυχοκοινωνική υπηρεσία και το χαμηλόβαθμο προσωπικό, δηλ τις φροντίστ(ρι)ες, τους νυχτερινούς, τις μαγείρισσες και καθαρίστριες, όσο και ιδιαιτέρως μεταξύ αυτού του ίδιου του χαμηλόβαθμου προσωπικού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα εβδομαδιαία meetings, όπου τον πρώτο λόγο έχει η επιστημονικά υπεύθυνη μαζί με τον ψυχολόγο, όπου και γίνεται η «διαχείριση του κάθε περιστατικού» στον ξενώνα. Κι ενώ πρόκειται για συναντήσεις που από κοινού εργαζόμενες/οι από διαφορετικές θέσεις και οπτικές θα όφειλαν να προσπαθούν να επεξεργαστούν προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και να βρουν λύσεις, αυτό που επικρατεί είναι οι νουθεσίες του «να είμαστε μια ομάδα για το καλό των παιδιών» και οι ταυτόχρονες σε έντονο ύφος επιπλήξεις όσων φροντιστ(ρι)ών θέτουν προβληματισμούς και αμφισβητούν τους τρόπους “διαχείρισης περιστατικών και κρίσεων”, εφόσον πρόκειται για ειδικότητες που “δεν έχουν τη γνώση”. Μάλλον καλύτερα, πρόκειται για ειδικότητες που απαγορεύεται να έχουν και κάποια γνώση κι επομένως άποψη για τις εκάστοτε διαχειρίσεις. Ο ρόλος τους είναι να δίνουν πληροφορίες που αφορούν τα παιδιά στην ψυχοκοινωνική υπηρεσία, μιας και οι φροντίστριες είναι αυτές που έχουν την καθημερινή τριβή με τους “ωφελούμενους”, και στη συνέχεια να εκτελούν τους τρόπους διαχείρισης, τους οποίους η ψυχοκοινωνική υπηρεσία που “γνωρίζει”, αποφασίζει. Επομένως, στα εβδομαδιαία meetings αυτό που επικρατεί τελικά είναι εκείνες οι πρακτικές που στοχεύουν στον πληρέστερο έλεγχο του εργατικού δυναμικού ενώ ταυτόχρονα επιβάλλονται οι τρόποι “διαχείρισης των ανηλίκων”, αντί να δίνεται ο χώρος για να αναλαμβάνονται ουσιαστικά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και τα οποία συνήθως είναι δομικής φύσεως και όχι διαχειριστικής.
Ένα επιπλέον παράδειγμα του πώς οι εργασιακές συνθήκες και σχέσεις επηρεάζουν το περιεχόμενο της εργασίας είναι οι περιπτώσεις που η φροντίστρια καλείται να επιβάλλει την τήρηση των κανόνων λειτουργίας της δομής. Αυτό πέρα από τα προφανή σημαίνει ταυτόχρονα ότι καλείται π.χ. στην περίπτωση της σίτισης να μετρά τις μπουκιές των παιδιών, να επιβάλλεται στα παιδιά προκειμένου να πάρουν ένα κι όχι δύο μήλα, το κέικ και όχι την μπανάνα. Με άλλα λόγια οφείλει να παίζει γενικότερα το ρόλο του «μπαμπούλα» ώστε «κατόπιν να έρθει η ψυχοκοινωνική υπηρεσία να παρέμβει φροντιστικά». Η μη συμμόρφωση σε αυτόν το ρόλο προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις και συναδέλφων, που νιώθουν ότι γίνονται «οι κακές» απέναντι στα παιδιά, με αποτέλεσμα ο έλεγχος που ασκείται να είναι τελικά άμεσα και οριζόντιος. Η ασκούμενη αυτή πίεση μπορεί να οδηγήσει εύκολα την εργαζόμενη να πράττει όχι με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού αλλά με γνώμονα την αποφυγή της δυσμενούς αξιολόγησης από συναδέλφους και διοίκηση και την τήρηση ισορροπιών στις συναδελφικές σχέσεις.
Μέσα σε αυτό το αποπνικτικό πλαίσιο, ο κάθε εργαζόμενος της Οργάνωσης μαθαίνει να μην μιλάει, να ακούει, να συμμορφώνεται και να σιωπά. Δομείται ένα περιβάλλον που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σε κάποιες των περιπτώσεων, επίσης περιβάλλον ιδρυματοποίησης και για τις ίδιες τις εργαζόμενες. Έτσι, κάθε πτυχή της σχέσης των εργαζόμενων με τα παιδιά αναδιατάσσεται διαρκώς και ελέγχεται. Ο κάθε εργαζόμενος οφείλει να μην χτίζει σχέσεις με τα παιδιά και να κάνει ό,τι προβλέπει το καθηκοντολόγιό του με έναν τρόπο αυτοματοποιημένο. Κάθε έννοια αλληλεγγύης, αυτενέργειας, χειραφέτησης και κριτικής διερώτησης για τα τεκταινόμενα στους Ξενώνες, τόσο από την πλευρά των εργαζομένων όσο και από αυτή την παιδιών, υπονομεύεται και καταστέλλεται με «προειδοποιήσεις», με αλλαγές στις συμβάσεις, με απειλές για έξωση από τον ξενώνα, με απειλές για (ανυπόστατες) νομικές κυρώσεις κ.ό.κ. Και αυτή η εργασιακή συνθήκη της επισφάλειας, σε όλα αυτά τα επίπεδα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την μακροχρόνια σταθερή οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης εργαζομένων και παιδιών που θεωρείται το σημαντικότερο εργαλείο για την συναισθηματική ενδυνάμωση των παιδιών και την διαμόρφωση της κοινωνικότητάς τους.

Με λίγα λόγια κάθε τι που συμβαίνει στους ξενώνες νομιμοποιείται με την αφομοίωσή του και την κατάλληλη μετάθεσή του προς ένα συμμορφωτικό υπηρεσιακό πλαίσιο αναφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο η αποπομπή παιδιών σε καμπ ή σε ξενώνες εκτός του αστικού ιστού επιφυλάσσονται συχνά για τα ‘’ασυμμόρφωτα’’ παιδιά.
Αυτό το κείμενο προσβλέπει να λειτουργήσει προειδοποιητικά ώστε να μην πληρώσουν τα σπασμένα και πάλι τα παιδιά που αντιστέκονται στις τιμωρητικές πρακτικές και στους ιδρυματικούς κανόνες λειτουργίας των Δομών Φιλοξενίας, και εν προκειμένω εκείνα που κατήγγειλαν μεταξύ άλλων και το περιστατικό της ακούσιας νοσηλείας. Γιατί ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενδεδειγμένη η απομάκρυνση κάποιου παιδιού από το προβληματικό περιβάλλον ενός Ξενώνα, η πραγματικότητα που βιώνουν όσων απομακρύνονται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι διαφορετική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και πάλι μόνο τιμωρητικά θα μπορούσε να βιωθεί από το ίδιο το παιδί, αν αναλογιστεί κανείς την ατελείωτη ταλαιπωρία που κάτι τέτοιο θα συνιστούσε: Να μπει εκ νέου σε λίστα αναμονής μέχρι να βρεθεί διαθέσιμη θέση σε άλλον Ξενώνα, να υποβληθεί εκ νέου σε σειρά ιατρικών εξετάσεων, να χρειαστεί και πάλι να ξεκινήσει από το μηδέν χτίζοντας εκ νέου σχέσεις και την προοπτική του σ’ ένα ανοίκειο περιβάλλον, που δεν θα διαφέρει και ουσιαστικά από αυτό στο οποίο διαμένει ήδη, όπου τουλάχιστον έχει χτίσει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον φιλικών σχέσεων με τα άλλα παιδιά. Να μπει στη μαύρη λίστα ως ένα παιδί που δημιουργεί προβλήματα και άρα να καταλήξει τελικά αντί σε Ξενώνα σε κάποιο καμπ, όπως και τόσοι άλλοι συνομήλικοί του.

Συμπερασματικά…

τα παιδιά που αντιστέκονται, μας αφήνουν μια σπουδαία παρακαταθήκη : Με την δράση τους στο επίπεδο της καθημερινότητας, αποκαλύπτουν την συλλογική ωφελιμότητα της μετατροπής των χώρων ιδρυματοποίησης σε χώρους όπου είναι δυνατή η έκφραση χειραφετητικών αιτημάτων και πρακτικών. Εν τέλει, στις εμπειρίες των παιδιών στις δομές φιλοξενίας, χαρτογραφούνται τα μονοπάτια ενός νέου κόσμου δομημένου στις αρχές της αυτοδιάθεσης, της αλληλεγγύης, της χειραφέτησης και της ελευθερίας, έναν κόσμο τον οποίο οφείλουμε να υπερασπιστούμε.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, υποστηρίζουμε ότι είναι αναγκαία η διεκδίκηση ορατότητας των μοριακών αντιστάσεων τόσο των χρηστών των υπηρεσιών στους Ξενώνες όσο και των ίδιων των εργαζόμενων σε αυτούς, σε μια κατεύθυνση διεκδίκησης αξιοπρεπών συνθηκών τόσο εργασίας όσο και διαβίωσης.
Υποστηρίζουμε ότι είναι αναγκαία η στροφή προς μια πραγματικά κοινοτικά βασισμένη δομή λειτουργίας των Ξενώνων, χωρίς καμιά σωματική ή ψυχοκοινωνική καταστολή, με ισότιμη σχέση εργαζομένων και παιδιών.
Εν τέλει, υποστηρίζουμε ότι είναι αναγκαία η δημιουργία διαπολιτισμικών και χειραφετητικών δομών που θα ευνοούν τη συγκρότηση μορφών δυναμικής κοινωνικής ζωής από και για τα ίδια τα ασυνόδευτα παιδιά και που θα δημιουργούν ρεαλιστικές προοπτικές για την πραγματική κοινωνική τους ένταξη. 

1 Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Εισαγγελέα Ανηλίκων του Πρωτοδικείου Αθηνών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας, Τμήμα Α’ της Δ/νσης Ψυχικής Υγείας, Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, Συνήγορο του Πολίτη, Συνήγορο για το Παιδί, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι




Εργαζόμενες/οι σε Δομές Φιλοξενίας και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις
Πρωτοβουλία Ψ
Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία