Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΨΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΨΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ ΣΤΟ ΨΝΑ: ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΕΝΟΧΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΤΕΤΟΙΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ;

 


Το τραγικό συμβάν σε τμήμα του (πρώην) ΨΝΑ, με τον θάνατο που προκάλεσε ένας νοσηλευόμενος ασθενής σε άλλη νοσηλευόμενη ασθενή, δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει σε ψυχιατρική μονάδα νοσηλείας και μάλιστα στο ΨΝΑ. Δεν έχει να κάνει με την λεγόμενη «επικινδυνότητα» των ψυχικά ασθενών ωσάν μιας ατομικής και γραμμικά αποδιδόμενης στην ψυχική τους αρρώστια ιδιότητας, αλλά πρωτίστως με την λειτουργία των κοινωνικών θεσμών και, εν προκειμένω, του ψυχιατρικού θεσμού. Είναι μέσα σ΄ αυτούς, από την δομή και την λειτουργία τους, που παράγεται η επικινδυνότητα, με την εύκολη λύση να είναι πάντα η απόδοσή της στο υποκείμενο και στην αρρώστια του, μυστικοποιώντας τις κοινωνικές και σχεσιακές της ρίζες. Είναι ακριβώς αυτή η λογική της “αυξημένης ασφαλείας” που εντείνει το στίγμα. Μια λογική από την οποία, καθώς λείπει ο άνθρωπος, αυτός που διαπράττει την εγκληματική πράξη, το ποιος είναι, ποια είναι η ιστορία του, πώς έφτασε εκεί, άρα καμία κουβέντα και για θεραπεία, ανάρρωση κοκ, η μόνη απάντηση, στην οποία οδηγεί, είναι η κατασκευή του «επικίνδυνου ατόμου» (φορέα μιας, κατά Δ. Βαρτζόπουλο, επιθετικής και δολοφονικής κληρονομικότητας), ο εγκλεισμός και η φύλαξη.


Και ήταν αναμενόμενο ότι οι ενορχηστρωτές της πρωτοφανούς παλινδρόμησης (που ποικιλοτρόπως καθημερινά βιώνουμε), της διάλυσης και της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, Δ. Βαρτζόπουλος, Άδωνις Γεωργιάδης και το γνωστό επιτελείο τους, από κοινού με την πάντα συμπλέουσα με τον άκρατο συντηρητισμό Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ), έσπευσαν να εκμεταλλευτούν το τραγικό αυτό συμβάν προκειμένου να επιταχύνουν την υλοποίηση των ήδη προειλημμένων αποφάσεών τους για τις άκρως κατασταλτικές ψυχιατρικές δομές που έχουν περιλάβει στο Εθνικό Σχέδιο για την Ψυχική Υγεία και στον νέο νόμο 5129/24 που ψηφίστηκε πέρσι το καλοκαίρι.


Και, φυσικά, μέσω των θεσμών της Δικαιοσύνης τους, να ελέγξουν αν το προσωπικό του τμήματος έκανε σωστά τη δουλειά του προκειμένου να αποφευχθεί το συμβάν. Ένα προσωπικό που αποτελείται, στην απογευματινή και στη νυχτερινή βάρδια, πάντα από δυο νοσηλευτές/τριες που έχουν να «διαχειριστούν» 30 έως και 35 νοσηλευόμενους, πολλοί από τους οποίους, τις μέρες της εφημερίας, είναι νέες εισαγωγές, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη γνωριμία και την εγκαθίδρυση μιας έστω στοιχειώδους σχέσης μαζί τους. Ένα προσωπικό εξουθενωμένο, στα όρια της ανθρώπινης αντοχής (συχνά και πολύ πέρα από αυτά) και διατεταγμένο στην ιδρυματική λειτουργία στη βάση της οποίας λειτουργούν όλες οι ψυχιατρικές νοσηλευτικές μονάδες.


Πρόκειται για μια διαχρονικά ασκούμενη πολιτική στην ψυχική υγεία, στην οποία συμβαδίζουν η κυρίαρχη ψυχιατρική, όπως φαίνεται και από τις θέσεις της ΕΨΕ, και η εκάστοτε κυβέρνηση, με την τωρινή να έχει φτάσει αυτή την άκρως κατασταλτική και απανθρωποποιητική πολιτική στα άκρα. Αφορμή ζητούσαν για να εγκαθιδρύσουν τα από μακρού σχεδιαζόμενα «ειδικά τμήματα» για τους λεγόμενους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69 ΠΚ, «αυτούς που έχουν διαπράξει μια αξιόποινη πράξη αλλά που δεν τους καταλογίζεται λόγω ψυχικής νόσου». Στο ΨΝΑ υπήρχε ένα τέτοιο τμήμα, που καταργήθηκε στη δεκαετία του 80, μετά από κινητοποίηση πολλών εκ των εργαζομένων του ψυχιατρείου λόγω των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν εκεί.


Μια ανάλογη δομή επανήλθε πριν μερικά χρόνια για την διαχείριση ενός «δύσκολου ασθενή», του Χ.Δ., που ήταν έγκλειστος στο ΨΝΑ βάσει στου αρ. 69 ΠΚ, με συνθήκες που οδήγησαν, μια φωτιά που άναψε στο χώρο εγκλεισμού του εν λόγω ασθενή να καταλήξει στο θάνατο από αναθυμιάσεις τριών εσαεί μηχανικά καθηλωμένων ασθενών σε παραδίπλα χώρο του κτιρίου. Μετά τον θάνατο του Χ.Δ. ο χώρος εγκλεισμού του είχε μείνει κενός μέχρις ότου να υποδεχτεί τώρα τον δράστη του πρόσφατου τραγικού συμβάντος. Να θυμίσουμε, επίσης, ότι το Μάιο του 2015 είχε γίνει άλλος ένας φόνος σε τμήμα εισαγωγών του ΨΝΑ, όταν ένας νοσηλευόμενος, που είχε καταφέρει να λύσει τους ιμάντες που τον κρατούσαν δεμένο, σκότωσε έναν άλλο μηχανικά καθηλωμένο ασθενή. Δεν ήταν «ακαταλόγιστος» του αρ. 69 ΠΚ, ήταν ένας «κανονικός νοσηλευόμενος ψυχικά ασθενής». Τότε Διοικητής του ΨΝΑ ήταν ακόμα ο Π. Θεοδωράκης, που το 2014 είχε διοριστεί από τον Α. Γεωργιάδη για να κλείσει το ΨΝΑ μέσα σ’ ένα χρόνο - αυτός που τώρα ήταν ο επικεφαλής της ομάδας πού, επί Ζ. Ράπτη υφυπουργού Υγείας, έφτιαξε το Εθνικό σχέδιο για την Ψυχική Υγεία, το οποίο προβλέπει πληθώρα, ανά την Ελλάδα, περίκλειστων ειδικών τμημάτων (κανονικές φυλακές) για τους ακαταλόγιστους του αρ 69 ΠΚ, όπως και τα τμήματα «μέσης» και «υψηλής ασφαλείας», τα τμήματα για τα (κατ΄ αυτούς) «δυσίατα περιστατικά» κλπ.


Τώρα Βαρτζόπουλος και ΕΨΕ, αξιοποιώντας «το συμβάν σαν ευκαιρία», προωθούν την ίδρυση της από μακρού σχεδιαζόμενης ψυχιατροδικαστικής υπηρεσίας που θα επιλαμβάνεται των λεγόμενων «ακαταλόγιστων» και θα διαχειρίζεται τα περίκλειστα τμήματα, όπως επίσης και το ΨΚ Κορυδαλλού -που έχει διασυνδεθεί με το ΕΚΕΨΥΕ- (ή και αυτό για τις γυναίκες στις φυλακές του Ελαιώνα Θηβών που σχεδιάζουν να ιδρύσουν). Απλώς, εν προκειμένω, να θυμίσουμε τον «βίο και την πολιτεία» της ψυχιατροδικαστικής διαχείρισης στο ΨΚ Κορυδαλλού εδώ και μερικά χρόνια, τις καταγγελίες για πιστοποιητικά που δόθηκαν σε ποιους, ποιας ταξικής και κοινωνικής προέλευσης κρατούμενους και για ποιους σκοπούς κ.α.


Αν προχωρήσει ο εγκλεισμός όλων των «ακαταλόγιστων» του αρ. 69 ΠΚ στα ειδικά περίκλειστα τμήματα γιατί, υποτίθεται, δεν πρέπει να νοσηλεύονται με τους άλλους ασθενείς, τι θα γίνει με τους πολλούς και πολλές του αρ. 69 που φιλοξενούνται σε κοινοτικές στεγαστικές δομές του ΨΝΑ; Με αυτούς ακριβώς που η διαμονή τους στις ανοιχτές αυτές δομές (με απόφαση ψυχιάτρων ποικίλης θεωρητικής κατεύθυνσης) έμπρακτα διαψεύδουν τα ιδεολογήματα περί «επικινδυνότητας»; Θα κλειστούν και αυτοί/ές στο ειδικό τμήμα;


Μάλιστα, για να ολοκληρωθεί η Βαρτζοπούλεια μεταρρύθμιση, οι ειδικευόμενοι ψυχίατροι θα εμπλουτίζουν πλέον τις γνώσεις τους, για το είδος της ψυχιατρικής που τους μέλλεται να ασκήσουν, περνώντας και από τα ειδικά τμήματα των «ακαταλόγιστων» ώστε να μάθουν πώς να διαχειρίζονται και να αναπαράγουν, στην καριέρα τους, τους πιο ολοκληρωτικούς και «υψηλής ασφαλείας» εγκλεισμούς. Αν δεν υπάρξει ριζική ανατροπή όλων αυτών των τεκταινόμενων που μας επιστρέφουν στην παλαιολιθική εποχή της ψυχικής υγείας (ή και ακόμα χειρότερα από αυτήν), η εκπαίδευση των ψυχιάτρων θα είναι τέτοια που θα προετοιμάζει μια άσκηση της ψυχιατρικής η οποία θα κινείται στη βάση αυτών που προβλέπει ο νόμος 5129/24 του Βαρτζόπουλου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εκπαίδευση που θα εστιάζει, μεταξύ άλλων, στη νοσηλεία στα ειδικά περίκλειστα τμήματα τόσο των «ακαταλογίστων» όσο και αυτών που εισάγονται ως κανονικοί νοσηλευόμενοι στις ψυχιατρικές κλινικές, αλλά κρίνεται ότι είναι (στην πραγματικότητα κατασκευάζονται ως) πολύ «διεγερτικοί».


Το πρόβλημα πάσχει, και πρέπει να αντιμετωπιστεί, στις ίδιες του τις ρίζες. Κατ΄ αρχήν πρέπει να τεθεί υπό ριζική αμφισβήτηση η ίδια η έννοια του «ακαταλόγιστου». Μια έννοια και πρακτική αποϋποκειμενοποίησης του πάσχοντος υποκειμένου που θάπρεπε να κρίνεται κανονικά για το όποιο αδίκημά του και η ποινή να συνοδεύεται από τα όποια ελαφρυντικά συνεπάγεται η ψυχική αρρώστια του. Με επιβολή ποινών εναλλακτικών στον εγκλεισμό στα κελιά των φυλακών και με επιβαλλόμενη ψυχιατρική φροντίδα είτε κατ΄ οίκον, είτε σε ανοιχτή μονάδα φιλοξενίας. Σε μια λογική συγκρότησης και λειτουργίας ενός συστήματος ψυχικής υγείας κοινοτικά βασισμένου, σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν της κατασταλτικής και στρατοπεδικής λογικής που επιβάλει και στην ψυχική υγεία η φασίζουσα κουλτούρα του Βαρτζόπουλου και του Άδωνι.


Και τα συνδικάτα όπως η ΠΟΕΔΗΝ και άλλα, που σπεύδουν να συμπορευτούν με τις άνωθεν αντιδραστικές πολιτικές για εγκλεισμό των λεγόμενων «ακαταλόγιστων» στις «ειδικές δομές», ας σκεφτούν τι μέλλον επιφυλάσσουν ιδιαίτερα στο νοσηλευτικό προσωπικό που αυτές οι δομές θα το μετατρέψουν αποκλειστικά σε σωφρονιστικούς υπαλλήλους, σε φύλακες νεκρών ψυχών.


Ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’ τονίζουμε ότι και αυτό το έγκλημα στο ΨΝΑ δεν είναι των εργαζομένων στο νοσηλευτικό τμήμα (ούτε και, θα μπορούσε να πει κανείς, και αποκλειστικά του δράστη που το επιτέλεσε), αλλά, όπως το έγκλημα των Τεμπών, της Πύλου κλπ, είναι έγκλημα κρατικό. Είναι έγκλημα αυτών που έχουν οδηγήσει σε μια ακατάσχετη ασφυξία το σύστημα των υπηρεσιών, άκρως υποχρηματοδοτημένο και υποστελεχωμένο, στο μονόδρομο του στυγνού βιολογισμού και της καταστολής, της απόρριψης στους δρόμους των πιο πολλών χωρίς καμιά φροντίδα και σε εφαρμογή της διαλυτικής διαδικασίας που προβλέπει ο νόμος 5129/24 για μετατροπή του (πρώην) ΨΝΑ όπως και όλων των ψυχιατρικών μονάδων σε κυριολεκτικά κολαστήρια για τους ψυχικά πάσχοντες. Άλλος δρόμος από μια μαχητική αντίσταση και έναν αγώνα διαρκείας δεν υπάρχει. Στοχεύοντας στους πραγματικούς εγκληματίες, του Υπουργείου Υγείας και όλης της κυβέρνησης, και όχι στα θύματα που αυτοί οδήγησαν να γίνουν θύτες.


23/2/2025


ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ



Τρίτη 29 Ιουνίου 2021

ΔΙΑΡΚΩΣ ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

Μέσα στον ορυμαγδό των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, που συντελούν στοχευμένα στην περαιτέρω απεξάρθρωση του κοινωνικού ιστού, κάνοντας όλο και πιο αβίωτη τη ζωή όλο και περισσότερων, ελάχιστη είναι η προσοχή που δίνεται στον ανέκαθεν «φτωχό συγγενή» του συστήματος, στην ψυχική υγεία, όπου μέτρα, υπουργικές αποφάσεις, πρακτικές, επιδιώξεις, οδηγούν συστηματικά στον περαιτέρω κατασταλτικό χαρακτήρα του συστήματος των υπηρεσιών και στην ιδιωτικοποίησή του.

Θεωρούμε ότι τα μέτρα αυτά, οι πρακτικές και η λειτουργία του όλου συστήματος που ευοδώνουν και διαμορφώνουν, απαιτούν εγρήγορση και άμεση οργάνωση αντιδράσεων και αντιστάσεων, καθώς οδηγούν, βάσει σχεδίου (όπου συμπλέουν κράτος, ιδιώτες κλπ), σε μια παλαιολιθικού χαρακτήρα ψυχιατρική πρακτική εγκλεισμού και απόρριψης, με όλα τα σύγχρονα κατασταλτικά και απανθρωποποιητικά εργαλεία της κυρίαρχης ψυχιατρικής «επιστήμης».

Πιο πρόσφατο συμβάν είναι το αίτημα (23/6/21) του ΔΣ του ποικιλοτρόπως γνωστού συλλόγου νοσηλευτών ΣΥΝΟΨΥΝΟ για τη σύσταση «μιας εξειδικευμένης ομάδας παρέμβασης στην ψυχολογική κρίση» ασθενών που νοσηλεύονται. Θα αποτελείται από 3-4 άτομα σε κάθε βάρδια με αποκλειστική αποστολή την «εφαρμογή τεχνικών και μέτρων αποκλιμάκωσης, όπως χορήγηση ενέσιμης φαρμακευτικής αγωγής, εφαρμογή προστατευτικού κλινοστατισμού… κλπ». Είναι χαρακτηριστικό της κουλτούρας που τους διέπει και της «κοινωνικής ανάθεσης» για καταστολή την οποία επιτελούν και στην οποία έχουν, δυστυχώς, ανάγει το ρόλο του νοσηλευτή, ότι ταυτίζουν (αδιάβαστοι πάντα και για τα στοιχειώδη) τις λεγόμενες «τεχνικές αποκλιμάκωσης» με την μηχανική καθήλωση. Γιατί αυτό που θέλουν, είναι ν΄ απαλλαγούν από το «βάρος» αυτού που θεωρούν απαραίτητο να γίνεται (να είναι οι ασθενείς, ακόμα και με το παραμικρό, δεμένοι), στη λογική ενός αποκαθαρμένου, αποστειρωμένου και ιατρικοποιημένου ρόλου του νοσηλευτή, σε διαμετρική αντίθεση με τον ουσιαστικά θεραπευτικό και πρωταγωνιστικό ρόλο που θάπρεπε να έχει ο/η νοσηλευτής/τρια και που προφανώς ουδέποτε πέρασε από το μυαλό των (διαδρομιστών του Υπουργείου και της κάθε εξουσίας) γραφειοκρατών του ΣΥΝΟΨΥΝΟ. Θέλουν, πρακτικά, κάτι σαν ένα καθαρά αστυνομικό σώμα να αναλάβει τη «βρώμικη δουλειά». Καμιά έκπληξη, φυσικά, ότι τέτοια στρώματα παρατρεχάμενων της εξουσίας και των λογικών της κυρίαρχης ψυχιατρικής αποτελούν το όχημα της περαιτέρω κατασταλτικής και αντιθεραπευτικής διολίσθησης της ψυχιατρικής. Οι «πρόθυμοι για όλα» συνεργάτες.

Όλο αυτό συμπλέει με τα σχέδια που προωθεί η ηγεσία του Υπουργείου, που ξεκίνησαν με την πλήρως πια νομιμοποιημένη θεσμοθέτηση της εκτέλεσης (και μάλιστα όσο πιο ανεξέλεγκτα γίνεται) ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Και, προφανώς, δεν είναι τυχαίο ότι πριν λίγες εβδομάδες επενέβη ο ίδιος ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ι. Ντογιάκος για να βάλει ένα, κατά κάποιον τρόπο, φρένο στις ακολουθούμενες διαδικασίες αφού στην (ούτως ή άλλως, χαριστική στους ιδιώτες) εγκύκλιο της Ζ. Ράπτη αναφέρεται ότι οι ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, για να μπορούν να δέχονται ακούσιες νοσηλείες, θα πρέπει να έχουν «βεβαίωση καλής λειτουργίας» (και «όχι αρνητική έκθεση ελέγχου») από την Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων. Σε εγκύκλιό του, της 11/6/21, προς τους εισαγγελείς Πρωτοδικών της χώρας, ανέφερε ότι η εφαρμογή της υπουργικής εγκυκλίου ξεκίνησε χωρίς να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι προϋποθέσεις που έθετε η εγκύκλιος αυτή. Προφανώς, καθώς άνοιξε και πάλι, βάσει και του νόμου, πλέον, ο ασκός του Αιόλου των ακούσιων νοσηλειών προς τις ιδιωτικές κλινικές, κάποιες από τις προϋποθέσεις που έθετε, όπως η «έκθεση καλής λειτουργίας», θα θεωρήθηκαν δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες. Χώρια που, ακόμα και αν τηρηθούν και εφαρμοστούν και αυτές, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η εν λόγω Επιτροπή Δικαιωμάτων, στην οποία έχει ανατεθεί το εν λόγω έργο, είναι σε θέση να το κάνει, να κρίνει, δηλαδή, και με ποια κριτήρια, την καλή λειτουργία κλπ. Τι σημαίνει «καλή λειτουργία»… και μάλιστα ιδιωτικής κλινικής; Υπάρχει; Οταν στην Επιτροπή συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, και στελέχη του ΣΥΝΟΨΥΝΟ που θέλει «ειδικό σώμα» τις ψυχιατρικές κλινικές για το δέσιμο των ασθενών;

Η θεσμοθέτηση των δυνατότητας εκτέλεσης ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές κλινικές πέραν όλων των άλλων, είναι και ένα σαφές βήμα προς την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών. Ένα εγχείρημα στο οποίο συμμετέχουν τόσο οι φορείς του κερδοσκοπικού, όσο και αυτοί του «μη» κερδοσκοπικού τομέα, οι λεγόμενες ΜΚΟ ψυχικής υγείας, σε αγαστή συνεργασία πάντα με την εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου, όποια κι αν είναι, από την εποχή του Λοβέρδου μέχρι σήμερα με την Ζ. Ράπτη.

Είναι χαρακτηριστικό το πώς η ΜΚΟ ΕΠΑΨΥ ανακοινώνει τη συνάντηση των ηγετικών στελεχών της με την Ζ. Ράπτη, το τι συζητήθηκε κλπ: μεταξύ άλλων το «καινοτόμο σχέδιο management οργανισμών ψυχικής υγείας (ΝΠΙΔ/ΝΠΔΔ) με στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας φροντίδας και του ανθρώπινου δυναμικού». Από μόνο του το πλάνο, ακόμα και ως λέξεις, μαρτυρά για τους στόχους της ιδιωτικοποίησης (ποικιλότροπες συμπράξεις δημόσιου/ιδιωτικού τομέα κλπ). Κι΄ αφού ακολουθούν οι αναφορές σε κατ΄ όνομα δράσεις (πηγές νέων κονδυλίων), όπως η «ψυχολογική στήριξη ασθενών με covid-19», η «έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση» κλπ, η ανακοίνωση καταλήγει με την «επιβεβαίωση του καλού κλίματος επικοινωνίας μεταξύ της ΕΠΑΨΥ και του υπουργείου Υγείας και συναποφασίστηκε η εμβάθυνση και διεύρυνση της συνεργασίας τους με στόχο την παροχή της βέλτιστης ποιότητας φροντίδας στην κοινότητα».

Ζήτησαν ενίσχυση και για τον ξενώνα εφήβων της ΕΠΑΨΥ, την ίδια στιγμή που είχαν διώξει και εγκαταλείψει στο Δρομοκαΐτειο 18χρονη έφηβη, της οποίας είχαν ζητήσει την εισαγωγή λόγω «μη διαχειρίσιμης συμπεριφοράς», που πήγαζε σε μεγάλο βαθμό από την επικρεμάμενη εκδίωξή της από τη δομή λόγω ενηλικίωσης, χωρίς καμιά μέριμνα για την μετάβασή της έστω σε δομή ενηλίκων της ίδιας ΜΚΟ, καθώς μια κενή θέση που υπήρχε, καλύφθηκε, βάσει των επικρατουσών απροσωποποιητικών διαδικασιών μεταφοράς των ασθενών στις στεγαστικές δομές ως αντικειμένων, από άλλο άτομο! Δεν μπορούσαν, δηλαδή, και στην πραγματικότητα αρνούνταν, να την κρατήσουν μέχρι να βρεθεί θέση! Πάγια πολιτική όλων ανεξαιρέτως των ΜΚΟ ψυχικής υγείας να ξεφορτώνονται, όλο και πιο συχνά, ενοίκους των στεγαστικών τους δομών λόγω ανικανότητας να διαχειριστούν τις ανάγκες τους. Και πού να τους ξεφορτωθούν; Στο ψυχιατρείο, που πάντα το θέλουμε και μας είναι χρήσιμο για τους εσαεί εγκλεισμούς από τις δήθεν μεταρρυθμιστικές ΜΚΟ. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, προσθέτουμε και μια-δυο χρηματοδοτούμενες δραστηριότητες, πχ, για τους πρόσφυγες, τώρα που τρέχουν τα κονδύλια για προγράμματα και παρεμβάσεις που κατ΄ ουδένα τρόπο αγγίζουν, έστω και κατ΄ ελάχιστον, την οδύνη και τις ανάγκες των προσφύγων.

Σ΄ όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η πρόσφατη εγκύκλιος για την λεγόμενη «έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση», μια παρέμβαση αποκομμένη από ένα δίκτυο υπηρεσιών κοινοτικά βασισμένων, των οποίων η λεγόμενη «έγκαιρη παρέμβαση» θα μπορούσε να είναι μια μόνο πλευρά των ολιστικών παρεμβάσεών τους στην κοινότητα. Όπως είναι διατυπωμένο και θεσμοθετημένο, το όλο πλάνο δεν αφορά παρά, αφενός, θεωρητικές παραδόσεις σε κάποια πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και αφετέρου, το περαιτέρω επιχειρηματικό άπλωμα (πανεπιστημίου και ΜΚΟ) για κάποιες επιλεγμένες περιπτώσεις, που μπορεί ν΄ αποκτήσουν και πελατειακό χαρακτήρα, καθώς, μάλιστα, προβλέπεται και η ακριβής κοστολόγηση και του παραμικρού βήματος προς την «έγκαιρη παρέμβαση».

Και μέσα σ΄ όλο αυτό το βαλτώδες πεδίο, όπου κάθε εγκύκλιος δεν κάνει άλλο από το να σκάβει ακόμα πιο βαθιά μέσα στο βούρκο όπου σπρώχνεται όλο το σύστημα των υπηρεσιών, να μην ξεχάσουμε και το «μνημόνιο συνεργασίας» μεταξύ Υπουργείου Υγείας, Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη, της 8/6/21, «για θέματα κοινού ενδιαφέροντος στον τομέα της ψυχικής υγείας». Θέματα, δηλαδή, που αφορούν στη διαχείριση της ακούσιας νοσηλείας και την επεξεργασία σχετικού νομοθετικού πλαισίου (για τη μεταφορά των ακουσίως προσαγόμενων για νοσηλεία κλπ).

Το ζήτημα της διαχείρισης και των διαδικασιών της ακούσιας νοσηλείας εκκρεμεί από την εποχή του σχετικού νομοσχεδίου του Σύριζα (το 2019), που θεσμοθετούσε ταυτόχρονα και την ακούσια θεραπεία στην κοινότητα και δεν είχε προλάβει να πάει στη Βουλή λόγω εκλογών.

Να είμαστε έτοιμοι/ες για το χειρότερο όταν, όπως φάνηκε και από δηλώσεις των υποψηφίων στις πρόσφατες εκλογές για ανάδειξη του νέου ΔΣ της ΕΨΕ, η επίσημη ψυχιατρική τάσσεται υπέρ των πιο σκληρών μέτρων και όλοι, πανεπιστημιακοί, ηγετικά μέλη των ΜΚΟ ψυχικής υγείας και άλλοι είχαν ήδη ταχτεί και υπέρ της ακούσιας θεραπείας στην κοινότητα.

Κανένας εφησυχασμός. Η κατάσταση στο χώρο της ψυχικής υγείας συμπυκνώνει στο έπακρο, και με τον πιο εκρηκτικό τρόπο, όλη την κοινωνική απορρύθμιση, την απανθρωποποιητική αντιμετώπιση και την περιθωριοποίηση όλων και πιο πλατειών στρωμάτων. Με την προϊούσα υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση των υπηρεσιών να κάνουν ακόμα πιο άκαμπτους τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς της καταστολής.

Είδαμε όλη αυτή την περίοδο πολύ καλά ότι η πανδημία έχει ένα ταξικό πρόσημο και οι συνέπειές της είναι πιο οδυνηρές και θανατηφόρες στους πιο φτωχούς και στους πιο ευάλωτους. Αποτελώντας, ταυτόχρονα, αφορμή και ευκαιρία για περαιτέρω καταστρατήγηση των όποιων δικαιωμάτων τους (σε στεγαστικές δομές, ψυχιατρικές κλινικές κλπ), όπως, άλλωστε, συμβαίνει με όλα, τα όποια εναπομείναντα, κεκτημένα όλων των λαϊκών στρωμάτων.

Το θεραπευτικό ήταν πάντα και πολιτικό και σήμερα είναι ακόμα περισσότερο.



29/6/2021



ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ 

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

 

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

ΝΟΜΙΜΗ ΠΛΕΟΝ ΚΑΙ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΗ Η ΑΣΥΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΑΚΟΥΣΙΩΝ ΝΟΣΗΛΕΙΩΝ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ


 

Με υπουργική απόφαση της 13/10/20, πρώτη και άκρως ενδεικτική πράξη του ρόλου για τον οποίο διορίστηκε να επιτελέσει ως υφυπουργός η Ζωή Ράπτη, επανέρχεται η απρόσκοπτη, και «νόμιμη» πλέον, εκτέλεση ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Όπως είχαμε αναφέρει σε προηγούμενη ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ (27/9/20), ήταν «θέμα ημερών η δημοσίευση της σχετικής απόφασης», καθώς, μαζί με την σχετική εισήγηση της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (ΕΨΕ), είχαν σπεύσει και οι κλινικάρχες (σε αγαστή, ανέκαθεν, συνεργασία με την ΕΨΕ) στο Υπουργείο προκειμένου να πιέσουν ώστε αυτή η απόφαση να βγει το συντομότερο δυνατό.

Η δυνατότητα για ακούσιες νοσηλείες σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές προβλεπόταν ήδη από τον ν. 2071/92 για την ακούσια νοσηλεία, αλλά δεν είχε βγει ποτέ σχετική εφαρμοστική υπουργική εγκύκλιος, με αποτέλεσμα οι ακούσιες νοσηλείες σ΄ αυτές να γίνονται, όλα αυτά τα χρόνια, απρόσκοπτα μεν, αλλά παράτυπα.

Ήταν αυτό που συνετέλεσε όταν, πριν δυο χρόνια, ήλθε στο φως της δημοσιότητας η αθλιότητα των συνθηκών νοσηλείας σε μια (πολύ γνωστή) κλινική (και έγιναν και οι σχετικοί έλεγχοι), στο ν΄ απαγορευτούν, με εισαγγελική απόφαση (λόγω ακριβώς του παράτυπου χαρακτήρα τους), οι ακούσιες νοσηλείες σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές στην περιοχή της Αθήνας (όχι, όμως, στην υπόλοιπη Ελλάδα).

Λόγω, προφανώς, αυτής της, για 30 περίπου χρόνια, παρατυπίας, η εκτέλεση μιας ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτική κλινική έπρεπε πρώτα να περάσει από τα «επείγοντα» δημόσιας εφημερεύουσας ψυχιατρικής μονάδας (ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου), όπου θα κρινόταν η ανάγκη της νοσηλείας και εν συνεχεία, στο βαθμό που υπήρχε σχετικό αίτημα από τους οικείους (σπανιότατα, ως είναι φυσικό, από τον άμεσα ενδιαφερόμενο), γινόταν η λεγόμενη «μετατροπή της εισαγγελικής εντολής» προς νοσηλεία στην ιδιωτική κλινική. Υπήρχε, έτσι, η δυνατότητα, μέσα από αυτές τις εσαεί παράτυπες διαδικασίες, για κάποιους λειτουργούς ψυχικής υγείας να έχουν την δυνατότητα να επιχειρούν να πείσουν για την αποφυγή της μετάβασης σε ιδιωτική κλινική. Και για «λόγους αρχής», αλλά και, πολλές φορές, επειδή έρχονταν σε άμεση γνώση και επαφή με την ιστορία του προσώπου και τις σχέσεις με τους «γύρω από αυτό», γνώση των όσων διακυβεύονταν για την τύχη του και γενικά για τα δικαιώματά του όταν θα βρισκόταν στον εκτός παντός ελέγχου χώρο (πολύ περισσότερο από αυτόν των δημόσιων μονάδων-που και αυτές δεν είναι «αθώες») των ιδιωτικών κλινικών. Χώρο, συχνά, «εναπόθεσης σωμάτων και ψυχών» και, όχι σπάνια, άμεσης και αδιαμεσολάβητης συνεννόησης κλινικαρχών και συγγενών.

Με αυτή την υπουργική απόφαση, δεν θα υπάρχει ούτε αυτό το μικρό «παράθυρο» που άφηνε κάπως η μέχρι τώρα παρατυπία. Τώρα, το «αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο δύναται να διατάξει, με γνώμονα (υποτίθεται) το συμφέρον του ασθενούς, την συνέχισή της σε συγκεκριμένη ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, εφόσον διατυπώνεται σχετικό αίτημα από τους αιτούντες την ακούσια νοσηλεία». Ακόμα και η λέξη «συνέχιση» (της νοσηλείας), που παρεισφρύει χωρίς καμιά σύνδεση με οτιδήποτε μέσα σ΄ αυτή την καθ΄ υπαγόρευση, προχειρογραμμένη υπουργική απόφαση, αυτό που στην «καλλίτερη περίπτωση» θα μπορούσε να σημαίνει, είναι ένα απλώς διαδικαστικό «πέρασμα» από τα «επείγοντα» δημόσιας ψυχιατρικής μονάδας, στο δρόμο για την προαποφασισμένη εισαγωγή στην ιδιωτική κλινική. Μάλλον, όμως, ούτε καν αυτό.

Το οικονομικό βάρος, φυσικά, της νοσηλείας, πέρα από «τα προβλεπόμενα στον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ για την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας», θα πέφτει στην οικογένεια, ή στον όποιο πόρο, σύνταξη κλπ, έχει για να επιβιώνει ο ασθενής. Και είναι γνωστό το πώς οι κλινικάρχες απομυζούν τα ασφαλιστικά ταμεία με ποικίλους τρόπους, όπως, πχ, αντί να δίνουν εξιτήριο σ΄ ένα νοσηλευόμενο, όταν δεν έχει πια ανάγκη νοσηλείας, του δίνουν συνεχιζόμενες άδειες, που κρατάνε, ανάλογα με την περίπτωση, μήνες, ή και χρόνια, έτσι ώστε να φαίνεται νοσηλευόμενος και να εισπράττουν τα νοσήλια.

Είναι ενδιαφέρον, για τον υποκριτικό χαρακτήρα όλων των διατυπώσεων στη εν λόγω υπουργική απόφαση, ότι, από τη μια, γίνεται μια λεκτική παραχώρηση στην (μηδέποτε εφαρμοσθείσα και ισχύουσα σ΄ αυτή τη χώρα, για καμιά υπηρεσία) αρχή της τομεοποίησης, με τη φράση ότι, η ιδιωτική κλινική που θα εκτελείται η ακούσια νοσηλεία «να υπάγεται κατά προτίμηση στον τομέα ψυχικής υγείας του τόπου κατοικίας του ασθενούς» - αναφορά, όμως, που αναιρείται από την ίδια την διατύπωσή της, με την χρησιμοποίηση του «κατά προτίμηση». Και μάλιστα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί το «κατά προτίμηση», συμπληρώνεται με τη φράση που ακολουθεί αμέσως μετά: «Για την επιλογή της (της κλινικής) λαμβάνεται υπόψη η πρόταση που διατυπώνεται στη σχετική αίτηση». Άρα, «όλα καλά», μεταξύ «συγγενών και κλινικαρχών».

Και για να ολοκληρωθεί το καθησυχαστικό περιτύλιγμα αυτής της άκρως αντιδραστικής και οπισθοδρομικής διάταξης, γίνεται μια απόπειρα εμπλοκής της «Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του Υπουργείου Υγείας» στο όλο εγχείρημα του ανεμπόδιστου, πλέον, περάσματος των ακούσιων νοσηλειών και στον ιδιωτικό τομέα, μέσω, υποτίθεται, των εκθέσεων ελέγχου, που θα κάνει αυτή η επιτροπή (και των συστάσεων συμμόρφωσης προς όσες κλινικές βρίσκει προβληματικές καταστάσεις), τις οποίες θα διαβιβάζει στις εισαγγελίες πρωτοδικών, οι οποίες δέχονται τα αιτήματα των συγγενών για νοσηλεία «γι΄ αυτή ή εκείνη» την κλινική - και στο βαθμό που οι εκθέσεις είναι αρνητικές, ο εισαγγελέας θα αποκλείει, υποτίθεται, το αίτημα για νοσηλεία στην κλινική με την αρνητική έκθεση.

Στην Επιτροπή ανατίθεται, επίσης, το καθήκον να καταγράφει τις ακούσιες νοσηλείες στις ιδιωτικές κλινικές, οι οποίες θα πρέπει να ενημερώνουν για τη λήξη τους, ενώ «θα πραγματοποιεί και αυτεπαγγέλτως επισκέψεις και ελέγχους στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της». Βασικά ανατίθεται ένας εποπτικός ρόλος σ΄ ένα πεδίο, όπως αυτό των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών, που αποτελεί τον ορισμό της ασυδοσίας, σε μια Επιτροπή που ο θεσμικός της ρόλος φτάνει μέχρι, το πολύ, στο να κάνει συστάσεις (όχι πάντα όταν πρέπει και όχι πάντα τις δέουσες) που, ακόμα κι΄ όταν είναι οι δέουσες, ειδικά τότε, κανείς δεν τις λαμβάνει υπόψιν. Τι άλλαξε και σε τι επηρέασε η όποια σύσταση έκανε η εν λόγω Επιτροπή την αμετάκλητα κατασταλτική και νοσογόνο λειτουργία του νεο-ιδρυματικού μας ψυχιατρικού συστήματος; Σε ποιο βαθμό εισακούστηκε ως προς τις όποιες επισημάνσεις της για τα «δικαιώματα των ασθενών»; Πώς μια Επιτροπή, που την αφήνουν ακόμα να υπάρχει ως το άλλοθι για την καθημερινή, δομικού χαρακτήρα καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των ασθενών, θα παίξει τον όποιο ρόλο και σε ποιούς; Στους κλινικάρχες;

Το μόνο επιχείρημα στην υπουργική απόφαση που φαίνεται ν΄ ακουμπάει σ΄ ένα πραγματικό κίνητρο (και το οποίο συνδέεται άμεσα με τα συμφέροντα των κλινικαρχών), είναι η αναφορά στην «ανάγκη ρύθμισης της διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα ψυχιατρικά τμήματα…». Για μια ακόμη φορά, η κρίση στο δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας, με την υποχρηματοδότηση και την δραματική υποστελέχωσή του - και με παγιωμένο τον αμετάκλητα ιδρυματικό, νοσοκομειοκεντρικό χαρακτήρα του - αντί να αντιμετωπιστεί μέσα από το άνοιγμα προς ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα ψυχικής υγείας, βρίσκει προαποφασισμένη, και εμπεδωμένη στη νεοφιλελεύθερη λογική και πρακτική των κρατούντων, την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας και την μεταφορά του κόστους της (όποιας) ψυχιατρικής φροντίδας στους ασθενείς και στις οικογένειές τους.

Η Ζωή Ράπτη, που, μετά από τις «καθησυχαστικές» της επισκέψεις σε Δαφνί και Δρομοκαΐτειο («μη φοβάστε», «δεν θα τα κλείσουμε» κλπ), είχε, ως πρώτη πράξη μετά τον διορισμό της, την ικανοποίηση του αιτήματος των κλινικαρχών, έχει «κτηθείσα εμπειρία» από αυτόν ακριβώς το ρόλο, για την υλοποίηση αυτών των πολιτικών: είχε διατελέσει, επί Υπουργίας Άδωνι και Βορίδη, μεταξύ πολλών άλλων μνημονιακών αρμοδιοτήτων, και ως μέλος της «Συντονιστικής Επιτροπής για την Μεταρρύθμιση του ΕΣΥ» (δηλαδή, την διάλυσή του), με το πρόγραμμα "Υγεία εν Δράσει", υπό την Task Force του Υπουργείου Υγείας και την Τρόικα. Μια επιτροπή με πλούσιο έργο στις άγριες περικοπές των προμηθειών στα νοσοκομεία, την εφαρμογή, τότε, του πεντάευρου, την αποπομπή των ανασφάλιστων από το δημόσιο σύστημα υγείας, το κλείσιμο κλινικών, ιατρείων ΙΚΑ, διαθεσιμότητες εργαζομένων γιατρών, νοσηλευτών κλπ.

Μέσα στις συνθήκες της βαθιάς κρίσης που βιώνουμε, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής, σε αλληλεπίδραση με την πανδημία, συνθήκες που αξιοποιούνται ως ευκαιρία από την κυρίαρχη εξουσία για το πέρασμα μερικών από τις πιο καταστροφικές επιδιώξεις της (που συχνά περνούν απαρατήρητες, ιδιαίτερα όταν αφορούν τους ποικίλους «μη κανονικούς»), βρέθηκε στο Υπουργείο Υγείας το κατάλληλο πρόσωπο, για να υλοποιήσει/διεκπεραιώσει τις πάγιες επιδιώξεις ενός συμπλέγματος συμφερόντων στο χώρο της ψυχικής υγείας : κλινικαρχών πανεπιστημιακών, ψυχιάτρων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, πάντα με την «ευγενή χορηγία» των φαρμακοβιομηχανιών και υπό την αιγίδα, πάντα, του επίσημου σώματος της κυρίαρχης ψυχιατρικής κοινότητας, της ΕΨΕ. Η οποία (ΕΨΕ) επιδιώκει, διακαώς και ομοφώνως, μηχανικές καθηλώσεις ακόμα και για τους εκουσίως νοσηλευόμενους. Ας φανταστεί κανείς πόσο πολύ θα επιδεινωθεί το ήδη ανεξέλεγκτο της λειτουργίας των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών, όταν αυτή η ιερή συμμαχία θα έχει, με τη νέα ρύθμιση, το ελεύθερο να πλοηγεί τις ακούσιες νοσηλείες στους χώρους που επιθυμεί, και να τις «διαχειρίζεται» μέσα από πρακτικές που δεν διέπονται μόνο από μια παλαιολιθικού τύπου ιδρυματική ψυχιατρική, αλλά αφορούν και στον προσπορισμό οικονομικού οφέλους. Οι μόνοι που θα βγουν ζημιωμένοι, και ακόμα πιο πολύ αυτή τη φορά, θα είναι οι ψυχικά πάσχοντες. Αυτοί που θα είναι έρμαια αυτών των πολιτικών και πρακτικών.

Θεωρούμε, ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’, ότι όλοι οι σύλλογοι ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και οικογενειών, κινηματικές συλλογικότητες που μάχονται για την κοινωνική χειραφέτηση, πρέπει ν΄ αναδείξουν και ν΄ αντιδράσουν σ΄ αυτή την αντιδραστική ρύθμιση. Η Πρωτοβουλία ‘Ψ’ (μέσω και του Δικτύου ΄Ψ΄) σίγουρα δεν θ΄ αφήσει χωρίς την αναγκαία ανάδειξη τις όποιες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων (ακουσίως, αλλά και εκουσίως) και σε ιδιωτικές κλινικές, παλεύοντας για την εκάστοτε αναγκαία στήριξη των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων.

29/10/2010


ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ











Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

AΛΛΗ ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ-ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

 

Και φέτος, όπως κάθε χρόνο στις 10 Οκτώβρη, η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, από το 1994 που καθιερώθηκε, λειτουργεί πιο πολύ σαν ένα ετήσιο μνημόσυνο, σαν «μέρα μνήμης» με, από ποικίλες πλευρές, συζητήσεις, εκδηλώσεις, διακηρύξεις και ευχολόγια παρά, έστω και κατ΄ ελάχιστον, έμπρακτης, και με υλικούς όρους, οικοδόμησης μιας ελπίδας ενάντια και πέρα από τον καθημερινό ζόφο που πνίγει την ψυχική υγεία της συντριπτικής πλειονότητας των λαϊκών στρωμάτων σε ολόκληρο τον πλανήτη.



Εκείνο στο οποίο, και μόνο, επιβεβαιώνεται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), είναι οι προβλέψεις του για την ραγδαία επιδείνωση της ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα των πιο φτωχών και εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων. Αλλά οι όποιες προτάσεις και επισημάνσεις του (προς τις κυβερνήσεις) για το τι πρέπει να γίνει, τόσο στο επίπεδο των παραγόντων που προκαλούν και/ή επιδεινώνουν τον ψυχικό πόνο, όσο και στο επίπεδο των υπηρεσιών για την αντιμετώπισή του, είναι πάντα, απλώς, ο σύντομος επίλογος, το κλείσιμο, μιας «έκθεσης ιδεών» - αντί να είναι το «άνοιγμα της συζήτησης» - που, φυσικά, δεν μπορεί να είναι απλώς μια «συζήτηση».



Το ζήτημα της ψυχικής υγείας είναι ζήτημα δικαιωμάτων και ζωής, ζήτημα μιας ριζικά εναλλακτικής «κουλτούρας και πράξης», αγώνων και διεκδικήσεων και όχι διαφόρων πάνελ, εθιμοτυπικών εκδηλώσεων και θεωρησιακών συζητήσεων που, λόγω και της πανδημίας, γίνονται, πολλά από αυτά, διαδικτυακά, ως μια ακόμα πιο έμπρακτη εφαρμογή της ανέκαθεν «κοινωνικής αποστασιοποίησής» τους, και προ κορονοϊού, από την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται.



Πράγματι, λοιπόν, η πρόβλεψη του ΠΟΥ, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 90, ότι η κατάθλιψη, θα αποτελεί μέχρι το 2020 (δηλαδή, φέτος), ιδιαίτερα μέσω των αυτοκτονιών, την δεύτερη αιτία θανάτου μετά τις καρδιοπάθειες, έχει ήδη πλήρως επιβεβαιωθεί εδώ και κάποια χρόνια. Οι εκτιμήσεις τους, ήδη για την προ της πανδημίας περίοδο, μιλούσαν για μια αυτοκτονία κάθε 40 δευτερόλεπτα παγκοσμίως, δηλαδή, για πολύ πάνω από 800.000 διασταυρωμένους θανάτους το χρόνο, σε όλο τον κόσμο, λόγω αυτοκτονίας (οι πραγματικοί είναι πολύ περισσότεροι), ένας αριθμός πολύ πιο πάνω από το «άθροισμα των θανάτων λόγω πολέμων και ανθρωποκτονιών».



Ο αριθμός όσων κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας είναι, φυσικά, πολύ μεγαλύτερος (με την απόπειρα ν΄ αποτελεί πρωτεύοντα παράγοντα κινδύνου για την επόμενη απόπειρα), ενώ είναι πολύ σημαντικά τα στοιχεία που δείχνουν ότι η αυτοκτονία είναι η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου για τους νέους (15-29 ετών) και, επίσης, ότι το 80% περίπου των αυτοκτονιών συμβαίνουν στις χώρες που χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τις, επίσημες ταξινομήσεις, ως χαμηλού (ή και μεσαίου) εισοδήματος. Μεγάλες είναι οι επιπτώσεις από την εξάρτηση από το αλκοόλ (πάνω από 100 εκ. χρήστες με ποικίλες διαταραχές και με 3 εκ. θανάτους το χρόνο) και από την πολλαπλασιαστική αύξηση της εξάρτησης από τα ναρκωτικά.



Επαναλαμβάνεται και φέτος η διαπίστωση ότι (πάντα προ της πανδημίας) ένας στους τέσσερις ανθρώπους παγκοσμίως θα αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας σε κάποια στιγμή της ζωής του.



Ωστόσο, παρά τις αυξημένες ανάγκες, στις πιο φτωχές χώρες πάνω από το 75% των πασχόντων (με προβλήματα ψυχικής υγείας και εξάρτησης) δεν έχει πρόσβαση και δεν λαμβάνει υπηρεσίες ψυχικής υγείας και/ή απεξάρτησης. Δεν μιλάμε, φυσικά, για τις κοινωνικές διακρίσεις, το κοινωνικό στίγμα, την καταστολή, την ποινικοποίηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας, την συστηματική παραβίαση των δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κυρίαρχο ιδρυματικό/κατασταλτικό σύστημα υπηρεσιών που επικρατεί παντού (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων νησίδων, κι΄ αυτών σε κρίση), πέρα από την κυρίαρχη ψυχιατρική κουλτούρα και πρακτική που το διαπερνά, γίνεται ακόμα πιο ασφυκτικό λόγω της αντιμετώπισής του παντού, παγκοσμίως, ως του ανέκαθεν «φτωχού συγγενή» του συστήματος της Υγείας, καθώς, από τον συνολικό προϋπολογισμό για την Υγεία, διατίθεται, το πολύ, μέχρι το 2% για την Ψυχική Υγεία. Αλλά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, ακόμα και η όποια «διεθνής αναπτυξιακή βοήθεια», όπως αποκαλείται, δεν ξεπέρασε ποτέ το 1% της συνολικής «αναπτυξιακής βοήθειας» για την Υγεία συνολικά.

 

Τώρα, με την πλανητική πανδημία, οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία εκατοντάδων εκατομμυρίων είναι δραματικές. Με το φόβο που καλλιεργείται για τη ζωή (ποικιλοτρόπως χειραγωγούμενο), με την αναστολή/διακοπή των κοινωνικών σχέσεων, την ανασφάλεια, και την συνεπακόλουθη συναισθηματική ένταση, για το αν και, πότε ο κορονοϊός θα τεθεί υπό έλεγχο. Με τις ζοφερές επιπτώσεις και ανατροπές στο πεδίο της αγοράς εργασίας, που οδήγησαν από την περαιτέρω ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέχρι την πλήρη απώλεια της δουλειάς για πολλούς. Με την αναβίωση αντιλήψεων για την υγειονομική κρίση (και τις ψυχολογικές της επιπτώσεις) ως μιας ατομικής και/ή συλλογικής ενοχής. Όλο αυτό αποτέλεσε, προφανώς, μια πρωτόγνωρη, οδυνηρή εμπειρία, που είχε άμεσες συνέπειες σε όλες τις βασικές παραμέτρους, στα ίδια τα θεμέλια του τρόπου που νοιώθει ο καθένας και «ζει τη ζωή του».



Τόσο ο ΠΟΥ, όσο και άλλοι διεθνείς οργανισμοί (Παγκόσμια Ομοσπονδία για τη Ψυχική Υγεία - WFMH), τόνισαν ότι «η ήδη περιορισμένη πρόσβαση σε ποιοτική, προσιτή υγειονομική περίθαλψη στον κόσμο πριν από την πανδημία, και ιδιαίτερα σε ανθρωπιστικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και συγκρούσεων, έχει μειωθεί περαιτέρω λόγω του COVID-19 καθώς η πανδημία έχει διαταράξει τις υπηρεσίες υγείας σε όλο τον κόσμο». Και επισημάνθηκε ο κίνδυνος (που τις συνέπειές του τις είδαμε διεθνώς και τώρα και στην Ελλάδα) για τις δομές φροντίδας (γηροκομεία κλπ), ψυχιατρικά ιδρύματα, αλλά και τα εμπόδια που ορθώνονταν με την μεγάλη μείωση, έως πλήρη αποφυγή, της δια ζώσης συνάντησης των ανθρώπων (θεραπευτών και ασθενών), όπως, επίσης (κάτι που έγινε σε ευρεία έκταση στη Λομβαρδία της Ιταλίας στο πρώτο κύμα της πανδημίας, αλλά και αλλού), το κλείσιμο εγκαταστάσεων ψυχικής υγείας για τη μετατροπή τους σε εγκαταστάσεις φροντίδας για άτομα με COVID-19.



Είναι ενδιαφέρον ότι, έστω και στο σύνηθες λεκτικό επίπεδο των οδηγιών του, ο ΠΟΥ, με δεδομένα τα τραγικά συμβάντα των μαζικών θανάτων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες σε γηροκομεία και άλλα ιδρύματα, δίνει έμφαση στην «επένδυση σε πολιτικές που θα δίνουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη πολυάριθμων κοινοτικών υπηρεσιών έναντι των μεγάλων και άκαμπτων ιδρυμάτων». Βέβαια, προσθέτει ότι «αυτό τον μετασχηματισμό τον έχουν πετύχει αρκετές αναπτυγμένες χώρες αλλά τον έχουν ανάγκη πολύ περισσότερες», χωρίς να λαμβάνει υπόψιν ότι οι μαζικοί θάνατοι λόγω κορονοϊού, πχ, στα γηροκομεία, έγιναν στις «αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες», πράγμα που δείχνει την άκρως επίπλαστη αντίληψη που οι «ειδικοί» του ΠΟΥ (και της WFMH) έχουν για τη έννοια της «κοινοτικής υπηρεσίας» - όταν, μάλιστα, γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά την ιδρυματική παλινδρόμηση, εδώ και χρόνια, των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και κοινωνικής φροντίδας παντού σε όλη την Ευρώπη.



Γιατί αυτό που, σε συνάρτηση με τις δραστικές περικοπές που έχουν γίνει σε όλα τα συστήματα Υγείας και Ψυχικής Υγείας παντού τα τελευταία χρόνια, έφερε στην επιφάνεια η υγειονομική κρίση διεθνώς και που έπαιξε κομβικό ρόλο στην οδύνη και στους θανάτους χιλιάδων, είναι η παντελής χρεωκοπία του ιδρυματικού/φυλακτικού συστήματος, που βασίζεται στον πρωταρχικό, έως και αποκλειστικό, ρόλο της νοσοκομειακής νοσηλείας, στον εγκλεισμό, στον περιορισμό, στη «ζωή μέσα στο ίδρυμα». Είναι αυτή η δραματική εμπειρία που, μεταξύ πολλών άλλων, φέρνει στο προσκήνιο, με ακόμα πιο επιτακτικό τρόπο, την ανάγκη για την οργάνωση και λειτουργία ενός κοινοτικά βασισμένου συστήματος υπηρεσιών υγείας, σωματικής και ψυχικής, που ασκείται μέσα στους χώρους της καθημερινής ζωής, κοντά στο σπίτι, από κοινοτικές υπηρεσίες εύκολα και άμεσα προσβάσιμες – ακριβώς στη βάση της λογικής και των πρακτικών που αμφισβήτησαν με ριζικό τρόπο το νοσοκομειοκεντρικό/ιδρυματικό μοντέλο.



Στην Ελλάδα, την φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Ψυχικής Υγείας,, το όργανο που αντιπροσωπεύει τους ψυχιάτρους, η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ), την υποδέχεται με μια πρόταση νόμου για τις ακούσιες νοσηλείες, που προβλέπει την απρόσκοπτη επαναφορά της τέλεσής τους και σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, την ασυδοσία των κατασταλτικών μέτρων (μηχανικών καθηλώσεων κλπ) και την ακούσια θεραπεία στην κοινότητα.



Θεωρούμε ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας, ανέκαθεν, αλλά και η όποια επιδείνωσή τους εν μέσω της πανδημίας, έχουν πρωτίστως την πηγή τους στο πεδίο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και των κοινωνικών σχέσεων. Έχουν να κάνουν με τον κοινωνικό χώρο, υλικό και ψυχικό, που διατίθεται στην καθεμιά και στον καθένα (ανάλογα με την πολυπλοκότητα των εκάστοτε αναγκών), να βρει χώρο έκφρασης και απάντησης σε αυτές ανάγκες. Όσο πιο πολύ στενεύουν τα κοινωνικά περιθώρια για έκφραση (και απάντηση) αυτών των αναγκών (και η συνθήκη της πανδημίας με τις συνέπειές της στην καθημερινότητα, στην εργασία κλπ, στενεύει όλο και πιο ασφυκτικά αυτά περιθώρια),τόσο οξύνεται η ψυχική οδύνη. Τη ίδια στιγμή που το σύστημα ψυχικής υγείας γίνεται όλο και λιγότερο προσβάσιμο, όλο και πιο απορριπτικό, όλο και πιο κατασταλτικό, όλο και πιο απανθρωποποιητικό.



Για ποια ψυχική υγεία μιλάμε σ΄ αυτή την «αγορά εργασίας» (που «αρρωσταίνει και όποιον έχει δουλειά και όποιον δεν έχει»), σ΄ αυτό το ανύπαρκτο «κοινωνικό κράτος»; Για ποια «φροντίδα ψυχικής υγείας» σ΄ ένα σύστημα ψυχιατρικών υπηρεσιών όπου το 65% των νοσηλειών είναι ακούσιες, με αστυνομία και χειροπέδες, και του οποίου ο μόνος του «νεωτερισμός» είναι η περαιτέρω ιδιωτικοποίησή του, μέσω των συγκοινωνούντων δοχείων του ψυχιατρικού κατεστημένου του πανεπιστήμιου, των ιδιωτικών κλινικών και του δημοσίου (με την «ευγενή χορηγία», πάντα, των φαρμακευτικών εταιρειών);



Ψυχική Υγεία για μας είναι ο καθημερινός αγώνας ενάντια σε κάθε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων, στιγματισμό, απόρριψη, αποκλεισμό των ψυχικά πασχόντων, σε μια διαρκή έμπρακτη (και όχι στα λόγια) αμφισβήτησης των ιδρυματικών κατασταλτικών πρακτικών, του στεγνού βιολογισμού και του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου, με το άνοιγμα διαδρομών έμπρακτης αλληλεγγύης, ελευθερίας και χειραφέτησης, σε σύνδεση πάντα με τα κοινωνικά κινήματα, που αμφισβητούν έμπρακτα αυτό, που στην κοινωνική οργάνωση και, ταυτόχρονα, στο σύστημα των ψυχιατρικών υπηρεσιών παράγει αρρώστια και ακυρώνει την υποκειμενικότητα του καθενός. Μόνο έτσι μπορεί «η ελευθερία να είναι θεραπευτική».





9/10/2020



ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

 

 

 

 

 



Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΙΣ ΑΚΟΥΣΙΕΣ ΝΟΣΗΛΕΙΕΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ Η ΕΨΕ

 


Όταν τον περασμένο Ιανουάριο η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ) ανακοίνωνε την δημιουργία επιτροπής για την «βελτιστοποίηση» του νομοσχέδιου για την ακούσια νοσηλεία, που είχε ετοιμάσει ο Σύριζα (και δεν είχε προλάβει να περάσει στη Βουλή λόγω των εκλογών) και η Πρωτοβουλία ‘Ψ’, με ανακοίνωσή της, αναδείκνυε τους στόχους αυτής της «βελτιστοποίησης», που ήταν η θεσμοθέτηση της απρόσκοπτης δυνατότητας για εκτέλεση ακούσιων νοσηλειών και σε ιδιωτικές κλινικές, καθώς και η περαιτέρω ασυδοσία στην εφαρμογή των κατασταλτικών πρακτικών (μηχανικές καθηλώσεις ακόμα και σε εκουσίως νοσηλευόμενους), το ΔΣ της ΕΨΕ μας κατηγόρησε για «προκαταρκτική δίκη προθέσεων», καθώς «ακόμα δεν είχαν βγάλει κάποια πρόταση» και «ούτε καν είχε συνέλθει η επιτροπή» που θα την συγκροτούσε.

Πριν λίγες μέρες, όμως, κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο η πρότασή τους για την «ακούσια ψυχιατρική περίθαλψη» που επιβεβαιώνει με το παραπάνω τα όσα είχαμε επισημάνει από τότε, καθώς δεν αναμενόταν τίποτα διαφορετικό από μια «ψυχιατρική κοινότητα» της οποίας αυτές οι προτάσεις συνιστούν την κυρίαρχη κουλτούρα της και αποτελούν την καθημερινή πρακτική της και τις πάγιες επιδιώξεις της.

Βασικός άξονας των προτάσεων (στην πραγματικότητα, η μόνη ουσιαστικά πρόταση), που επαναλαμβάνεται σε πολλές διαδοχικές παραγράφους, είναι ότι η «ακούσια ψυχιατρική περίθαλψη» μπορεί να γίνεται «σε Μονάδα Ψυχικής Υγείας του Δημόσιου ή Ιδιωτικού Τομέα».

Την γνωμάτευση για την ανάγκη «ακούσιας περίθαλψης» προτείνεται να έχουν, πλέον, τη δυνατότητα να χορηγούν και ιδιώτες ψυχίατροι, εργαζόμενοι όχι μόνο σε ΜΚΟ, αλλά και σε ιδιωτικές κλινικές, καθώς, μάλιστα, η αναφορά της σχετικής αρμοδιότητας σε «αρμόδια τομεοποιημένη Μονάδα Ψυχικής Υγείας του τομέα διαμονής» συμπεριλαμβάνει έμμεσα και τις ιδιωτικές κλινικές. Πόσο μάλλον η πρόβλεψη, σε μια χώρα με τελείως ανύπαρκτη την όποια, έστω στοιχειώδη, κοινοτική παρέμβαση, να δίνεται η δυνατότητα, επί αδυναμίας εξέτασης από υπηρεσία, αυτή να γίνεται «από ψυχίατρο εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο τηρούμενο στο οικείο Πρωτοδικείο».

Αλλά, επί ανυπαρξίας και αυτού, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και άλλες απομακρυσμένες περιοχές (απ΄ όπου οι Κινητές Μονάδες, συνήθως των ΜΚΟ, περνάνε αραιά και πού) προτείνεται, από την ΕΨΕ, η τηλε-ιατρική : μια πρακτική κοινωνικής και θεραπευτικής αποξένωσης (χρήσιμη ως περιστασιακό εργαλείο και μόνο για πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις) που, εν μέσω πανδημίας, πήρε «τα πάνω της» ως κανονικότητα, αποκτά, εν προκειμένω, κάποια άκρως τραγελαφικά χαρακτηριστικά, όταν προτείνεται ως επικοινωνία με ασθενή που δυσκολεύεται, δεν επιθυμεί, αρνείται να επικοινωνήσει.

Μετά την έκδοση της προσωρινής εισαγγελικής διαταγής για ακούσια νοσηλεία, αυτή μπορεί να γίνει, από την πρώτη στιγμή, και σε ιδιωτική κλινική του τομέα (τώρα έχουμε και τομεοποιημένες ιδιωτικές κλινικές!!!!) ή και σε (ιδιωτική προφανώς) κλινική άλλου τομέα «λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν και την επιθυμία του ασθενούς»!!!! Η υποκρισία (ως εργαλείο χειραγώγησης και κερδοσκοπικών συμφερόντων) στο μεγαλείο της.

Χαρακτηριστική, επίσης, της κουλτούρας που διέπει την πρόταση της ΕΨΕ είναι η πρόβλεψη ότι «καθ’ όλη τη διαδικασία της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης η επικοινωνία ανάμεσα στις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές και τα νοσηλευτικά ιδρύματα, εκτός των επιδόσεων προς τον ασθενή, δύνανται να πραγματοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή μέσω τηλεομοιότυπου ή βιντεοκλήσης και υπόκεινται στους περιορισμούς διαχείρισης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Ποια εγγύηση, ποια προάσπιση, για ποια δικαιώματα μπορεί να υπάρχει όταν ψυχίατροι, εισαγγελείς και αστυνομία συνεργάζονται τόσο «στενά και αυτονόητα», μέσω και της «άυλης επικοινωνίας»;

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο των προτάσεων της ΕΨΕ είναι αυτό (που διέπει και το νομοσχέδιο που κληροδότησε ο Σύριζα) της αναφοράς (σε όλη την ακολουθία των διαδικασιών της «ακούσιας περίθαλψης») στην εγγύηση των δικαιωμάτων των ασθενών (αν όροι, χρονικοί περιορισμοί κλπ δεν τηρούνται, όπως πάντα γίνεται) ως απλής έκθεσης ιδεών, με συμπληρωματική, στο τέλος, τη φράση «εκτός και αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας». Οπότε, οι έχοντες την εξουσία να εκφέρουν κρίση για το ποιοί είναι και πώς ορίζονται οι «λόγοι ανωτέρας βίας», είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν.

Το ίδιο ισχύει και ως προς το πάγιο αίτημα της ΕΨΕ για την απρόσκοπτη επιβολή των κατασταλτικών πρακτικών, της μηχανικής καθήλωσης, της απομόνωσης κλπ, ακόμα και στους εκουσίως νοσηλευόμενους. Αν και λόγοι που έχουν μάλλον να κάνουν με τις επίσημες γραμμές διεθνών οργανισμών, δεν επέτρεψαν στην ΕΨΕ ν΄ αναφέρει, σ΄ αυτές τις προτάσεις της, ευθαρσώς τη λέξη «εκούσιες νοσηλείες», ωστόσο, σε κάποιες παραγράφους όπου αναφέρονται οι λόγοι επιβολής των μέτρων αυτών, με την κρίση και απόφαση πάντα του έχοντος την εξουσία ψυχιάτρου, δεν υπάρχει η αναφορά στη συνθήκη της «ακούσιας περίθαλψης», όπως σε προηγούμενες και επόμενες παραγράφους Αυτό μπορεί κάτι ν΄ αφήνει να υπονοηθεί….

Αφήσαμε για το τέλος ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία που χαρακτήριζαν την αντιδραστικότητα του νομοσχέδιου που κατέλειπε ο Σύριζα και που τώρα προσυπογράφει ασμένως η ΕΨΕ, αλλά με την «βελτιστοποίησή» του επί το αντιδραστικότερο. Πρόκειται για την ρύθμιση για την «ακούσια θεραπεία στην κοινότητα», αυτή τη νεοφιλελεύθερη πολιτική διάχυσης του κοινωνικού ελέγχου μέσα στην κοινότητα, με το κατά το δυνατόν μικρότερο κόστος για το εκάστοτε επιτελικό κράτος. Αντιγράφοντας τα διεθνή νεοφιλελεύθερα πρότυπα, το νομοσχέδιο του Σύριζα πρόβλεπε ότι η «ακούσια θεραπεία στην κοινότητα» θα ήταν εναλλακτική στην ακούσια νοσηλεία. Υποχρεωτική λήψη της φαρμακευτικής αγωγής (φυσικά, ενέσιμης) ως το δέλεαρ/αντάλλαγμα για την αποφυγή εισαγωγής για νοσηλεία, από τη μια, και, από την άλλη, το πιο γρήγορο εξιτήριο (με κύριο λόγο, μέσα στην πληθώρα των ράντζων, να απελευθερώνονται κλίνες για τις επόμενες εισαγωγές), υπό τον όρο της υποχρεωτικής, μέσω εισαγγελικής εντολής, λήψης της φαρμακευτικής αγωγής.

Τώρα η ΕΨΕ χρησιμοποιεί τον όρο «ακούσια ψυχιατρική περίθαλψη», στον οποίο συγχωνεύει την «ακούσια νοσηλεία» με την «ακούσια θεραπεία» (σαν δυο πλευρές του ίδιου πράγματος που, απλώς, γίνεται «μέσα» ή «έξω»), αλλά κρατάει στις προτάσεις της, ως προς την «ακούσια θεραπεία στην κοινότητα», μόνο το δεύτερο σκέλος της, το πιο γρήγορο εξιτήριο, απαλείφοντας το (έστω προσχηματικά) εναλλακτικό της αποφυγής της νοσηλείας - προφανώς γιατί αυτό δεν συμφέρει του κλινικάρχες, με τους οποίους συμπορεύεται και για τους οποίους μόχθησε, φέρνοντας αυτή την πρόταση για την επάνοδο των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών στο κέντρο της παροχής (πληρωμένων από την τσέπη του καθενός) ψυχιατρικών «υπηρεσιών».

Οι προτάσεις της ΕΨΕ είναι στην πραγματικότητα μια προσαρμογή του άκρως αμφιλεγόμενου (και, από πολλές απόψεις, αντιδραστικού) νομοσχέδιου που κατέλειπε ο Σύριζα, στις επιδιώξεις των κλινικαρχών και των διαπλεκόμενων συμφερόντων, που, πλέον, ηγεμονεύουν στην ΕΨΕ, μεταξύ πανεπιστήμιου, ψυχιάτρων του δημοσίου και ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένων των ΜΚΟ ψυχικής υγείας και των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών, υπό την σκέπη πάντα και την «ευγενή χορηγία» της φαρμακοβιομηχανίας.

Συμπλέουν και βρίσκουν πρόσφορο έδαφος με τις ακολουθούμενες πολιτικές υπέρ της ιδιωτικοποίησης παντού, μεταξύ άλλων, και στην (μη) αντιμετώπιση της πανδημίας μέσω της αδρής χρηματοδότησης των ιδιωτικών κλινικών για χρησιμοποίηση των κλινών ΜΕΘ, αντί για μαζικές προλήψεις και τη δέουσα χρηματοδότηση του άκρως υποστελεχωμένου και υποχρηματοδοτημένου ΕΣΥ γενικά (και ιδιαίτερα του κρίσιμης σημασίας πρωτοβάθμιου συστήματος Υγείας) που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της πλήρους κατάρρευσης εν μέσω της υγειονομικής κρίσης.

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι οι προτάσεις της ΕΨΕ καταλήγουν σε προτροπή προς τον Υπουργό Υγείας να ορίσει, με απόφασή του, τις «Μονάδες Ψυχικής Υγείας, δημόσιες ή ιδιωτικές, οι οποίες αναπτύσσουν Υπηρεσίες Ολοκληρωμένης Κοινοτικής Θεραπείας και παρέμβασης στην κρίση, και την περιοχή ευθύνης αυτών». Εχοντας από πριν ορίσει

ότι «έργο των Υπηρεσιών Ολοκληρωμένης Κοινοτικής Θεραπείας αποτελεί η πρόληψη, η έγκαιρη παρέμβαση για την αποφυγή της κρίσης ή της υποτροπής της νόσου και η διασφάλιση της συνέχειας της ψυχιατρικής φροντίδας, η κατ’ οίκον εξέταση του ασθενή και η παρακολούθησή του κατά την περίοδο της ακούσιας ψυχιατρικής περίθαλψης στην κοινότητα», καταλαβαίνει κανείς ότι η διεκδίκηση πάει πολύ πιο πέρα από την μέχρι τώρα ιδιωτικοποίηση, τύπου ΜΚΟ, των υπηρεσιών, προς την καθαρά κερδοσκοπική - αυτή των κλινικαρχών και γενικά εταιριών που αποσκοπούν στην ξέφρενη εκμετάλλευση του ψυχικού πόνου.

Βέβαια, θα γνωρίζει η ΕΨΕ ότι οι κλινικάρχες είχαν ήδη σπεύσει να διεκδικήσουν και να επιτύχουν την αποδοχή, από την παρούσα κυβέρνηση, της επιστροφής στην απρόσκοπτη δυνατότητα των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών να δέχονται ακούσιες νοσηλείες, και είναι θέμα ημερών η δημοσίευση σχετικής υπουργικής απόφασης. Η ΕΨΕ και οι προτάσεις της δεν είναι παρά, απλώς, το «επιστημονικό» περιτύλιγμα αυτών των ιδιωτικών συμφερόντων, στα οποία πολλά από τα μέλη της είναι συμμέτοχα..

Όλα αυτά δείχνουν ότι έχουμε μπροστά μας εν εξελίξει μιαν ολοταχή νεο-ιδρυματική, έως και παλαιο-ιδρυματική, παλινδρόμηση στο χώρο της ψυχικής υγείας και είναι κρίσιμης σημασίας η οργάνωση μιας κινηματικής αντίστασης και αντίδρασης απέναντι σε μια κυρίαρχη ψυχιατρική, που έχει χάσει ακόμα και το όποιο προσχηματικό ίχνος της πάλαι ποτέ «θεραπευτικότητάς» της.


27/9/2020




ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ



Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΠΑΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΪΟ

 


Αν και μέσα στον ορυμαγδό των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων εν μέσω της πανδημίας του Covid-19 (από τις ζοφερές επιπτώσεις στη ζωή της πλειονότητας, μέχρι τη Μόρια) ζητήματα όπως αυτό της λειτουργίας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και της περαιτέρω καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων περνούν ακόμα πιο πολύ στην αφάνεια και στο περιθώριο, ωστόσο, κάποια μέτρα που παίρνονται ως προστατευτικά, υποτίθεται, από τον κορονοϊό, δεν πρέπει να διαφύγουν της προσοχής.

Καθώς, μάλιστα, στην Υγεία γενικότερα, η υγειονομική κρίση αντιμετωπίστηκε με σχεδόν αποκλειστικά περιοριστικά, απαγορευτικά και αστυνομικά μέτρα και καθόλου με πολιτικές στοχευμένες στην ενδυνάμωση του δραματικά υποστελεχωμένου και υποχρηματοδοτημένου συστήματος Υγείας (με μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και στα χωρίς κανένα περιορισμό και δωρεάν τεστ), στο σύστημα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, όπου τα δικαιώματα των ασθενών είναι πάντα υπό αμφισβήτηση και σε «καθεστώς εξαίρεσης», τα μέτρα που ήδη εφαρμόζονται και που διαρκώς γίνονται πιο ασφυκτικά, σηματοδοτούν την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων ως πολιτών «δευτέρας κατηγορίας».

Η πρόσφατα διορισμένη, και με γνωστό πολιτικό παρελθόν, υφυπουργός Υγείας, με αρμοδιότητα την ψυχική υγεία, Ζ. Ράπτη ανακοίνωσε (8/9), μια σειρά από «επικαιροποιημένα μέτρα», που πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής.

Για τα Κέντρα Ημέρας, τις Κινητές Μονάδες, τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και τα εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών τμημάτων προβλέπεται «αναστολή πραγματοποίησης των δια ζώσης ομαδικών δραστηριοτήτων, καθώς και όλων των εξωτερικών δράσεων».

Τέρμα, λοιπόν, οι ομαδικές συναντήσεις, όπου, αν τηρούνται τα συνήθη πια μέτρα (αποστάσεις, μάσκες), δεν υπάρχει τίποτα που να κάνει την κατάσταση πιο «επικίνδυνη» από οποιαδήποτε, με αυτούς τους όρους, ομαδική συνάθροιση.

Αλλά τέρμα και οι «εξωτερικές δράσεις», δηλαδή, βασικά οι κατ΄ οίκον επισκέψεις, στα έστω ελάχιστα ΚΨΥ που εξακολουθούσαν, και σε «κανονικούς καιρούς», να γίνονται ακόμα. Εξωτερική δράση είναι, λογικά, και αυτή των Κινητών Μονάδων. Δεν θα γίνονται τώρα πια ούτε οι, ούτως ή άλλως, αραιές επισκέψεις τους στα διάφορα νησιά και στην ηπειρωτική χώρα;

Και ναι μεν οι «ατομικές θεραπευτικές δράσεις» θα μπορούν να γίνονται «δια ζώσης», αλλά είναι εμφανέστατη η παρότρυνση να υποκαθίστανται από επικοινωνία μέσω skype, messenger, viber. Αυτή η εξ΄ αποστάσεως επικοινωνία αφορά και τους ενοίκους των στεγαστικών δομών (!) και γενικά τους «ευάλωτους» (αλλά και τη λειτουργία των ΚΟΙΣΠΕ). Μιλάμε, δηλαδή, για πλήρη υποβάθμιση των υπηρεσιών σε πρωτοβάθμιο και γενικά κοινοτικό επίπεδο, ακριβώς την εποχή που αυτές οι υπηρεσίες είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίες.

Ως προς τα δικαιώματα των ενοίκων των στεγαστικών δομών, είναι σαφέστατη η μεταχείρισή τους απλώς ως «νοσηλευόμενων του ιδρύματος» υπό καθεστώς φύλαξης και καθόλου ως κυριολεκτικά ενοίκων της δομής, με το αυτεξούσιο που αυτονόητα θάπρεπε να τους γίνεται σεβαστό και με όλη την αναγκαία στήριξη και συνοδεία. Ετσι διαιωνίζεται η «απαγόρευση των επισκέψεων κοινωνικού χαρακτήρα, εκτός από εξαιρέσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις» - που ποιός θα τις κρίνει; Τι πιο αυτονόητο θα ήταν να γίνονται δεκτές οι επισκέψεις του καθενός, με μάσκα, αποστάσεις κλπ.

Αλλά ακόμα και η ατομική έξοδος του ενοίκου από τη δομή διατηρείται «στο μέτρο του δυνατού». Καταλαβαίνει κανείς ποιος ορίζει αυτό το «μέτρο του δυνατού», που πολύ εύκολα, για πολλούς/ές, τους περισσότερους/ες, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, έχει γίνει αδύνατο. ΄Άλλωστε, ακόμα και η χρήση του κινητού, που αναφέρεται ως επιτρεπτή στα «επικαιροποιημένα μέτρα», ξέρουμε πόσο είναι στην κρίση του κάθε έχοντος, εν προκειμένω, την εξουσία να το στερήσει και να το απαγορεύσει, πάντα υποτίθεται, για «θεραπευτικούς λόγους».

Και είναι ενδιαφέρον για την εγκληματική ασχετοσύνη όσων έλαβαν αυτά τα μέτρα ότι ορίζουν πως, «σε κάθε περίπτωση υπόνοιας νόσησης, πρώτα γίνεται αξιολόγηση από τον ιατρό της μονάδας και στη συνέχεια επικοινωνία για αναφορά στον ΕΟΔΥ…». Όταν ο ιατρός της μονάδας είναι, φυσικά, ψυχίατρος, ο οποίος, ως επί το πλείστον, μπορεί να περνάει από τη μονάδα και μια φορά το μήνα και ότι ο ΕΟΔΥ που έχουν κατασκευάσει, κάνει ό,τι μπορεί για να ξεφορτώνεται την κάθε ύποπτη περίπτωση στην όποια, ιεραρχημένη, «ατομική ευθύνη».

Είναι ενδιαφέρον ότι, σε διαδικτυακή του ανάρτηση, ο πρόεδρος του δικτύου των ΜΚΟ ψυχικής υγείας «ΑΡΓΩ», Μ. Θεοδωρουλάκης δηλώνει ότι «τα μέτρα που υιοθετήθηκαν είναι σχεδόν αυτούσιες οι προτάσεις της ομοσπονδίας ΑΡΓΩ». Τι άλλο θα περίμενε κανείς από τους παρατρεχάμενους της όποιας εκάστοτε κυβέρνησης..

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό του κλίματος που έχει δημιουργηθεί στο χώρο της ψυχικής υγείας ότι, μια από τις πιο παλιές, «ιστορικές», ΜΚΟ ψυχικής υγείας απαιτεί, προκειμένου να επισκεφθούν ασθενή σε ψυχιατρείο, τον οποίο είχε αποφασιστεί να τον πάρουν σε δομή τους, απλώς για να (ξανα)συζητήσουν μαζί του (όχι ακόμα να τον πάρουν στη δομή), να κάνει τεστ. Χωρίς, φυσικά, να αναρωτιούνται αν πρώτα αυτοί, στη βάση αυτής τους της λογικής, θάπρεπε να κάνουν τεστ, που πάνε απ΄ έξω ως επισκέπτες. Αλλά επειδή «ο ψυχικά ασθενής είναι ψυχικά ασθενής», άρα είναι και πιο «επικίνδυνος» για τα πάντα.

Και μέσα σ΄ αυτό το κλίμα ανεξέλεγκτης καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, με αφορμή και τον κορονοϊό, είχαμε και μια παρέμβαση βουλευτών της πρώην κυβέρνησης και νυν αντιπολίτευσης, με ερώτηση στη Βουλή, υποτίθεται για την «προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία» (μια προστασία που δεν φρόντισαν ποτέ, στη πράξη και όχι στα λόγια, όσο ήταν κυβέρνηση). Και ζητούσαν να ψηφιστεί το «έργο ζωής» που δεν πρόλαβαν να ψηφίσουν τότε λόγω των εκλογών και που άφησε που πολλούς από τους συντάκτες του απαρηγόρητους: το νομοσχέδιο για την ακούσια νοσηλεία, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η εισαγωγή και στην Ελλάδα της νεοφιλελεύθερης κοπής «ακούσιας θεραπείας στην κοινότητα». Είναι σαφές ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ως προς τα κατασταλτικά μέτρα σε πολλούς τομείς, πέρα από τις όποιες προσχηματικές, λεκτικές διαμάχες, βαδίζουν στον ίδιο δρόμο.

Απ΄ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να λείψει η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ) που, φέρνοντας βαρέως την προ δύο ετών ακύρωση της δυνατότητας να γίνονται ακούσιες νοσηλείες σε ιδιωτικές κλινικές, ετοίμασαν πρόταση προς την παρούσα κυβέρνηση (που, φυσικά, δεν θα πει όχι), με την οποία επαναφέρεται η δυνατότητα ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές - ακόμα πιο ανεξέλεγκτα από πριν.

Όλα αυτά αναδεικνύουν, εν μέσω μάλιστα της πανδημίας και της με κάθε τρόπο αξιοποίησής της για τα πιο αντιδραστικά μέτρα σε όλα τα πεδία, μια πολύ σκοτεινή ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται στο χώρο της ψυχικής υγείας. Και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Κάποιοι καλοθελητές θα μπορούσαν να πιαστούν για την ανάγκη της λήψης των οριζόντιων περιοριστικών μέτρων, πχ, από τα συμβάντα στην Αγγλία, όπου, σύμφωνα με δημοσίευμα του Independent (8/5/20), οι άνωθεν εντολές για τη λήψη μέτρων στις ψυχιατρικές μονάδες δόθηκαν όταν διαπιστώθηκε ότι οι θάνατοι στα ψυχιατρεία είχαν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019. Υπήρξαν 106 θάνατοι στα ψυχιατρικά νοσοκομεία μεταξύ 1 Μάρτη και 1 Μάη, σε σύγκριση με τους 51 την ίδια περίοδο το 2019. Οι 54 από αυτούς τους θανάτους οφείλονταν σε επιβεβαιωμένες μολύνσεις από τον κορονοϊό. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπεται η πολύ σημαντική επισήμανση της Care Quality Commission (CQC) ότι ο κίνδυνος για εξάπλωση του κορονοϊού και τους θανάτους από αυτόν, αφορά, πρωτίστως στα ψυχιατρικά νοσοκομεία «μέσης» και «υψηλής ασφαλείας» (που είναι, δηλαδή, από πολύ έως τελείως κλειστά, καθώς ο υποχρεωτικός συγχρωτισμός μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνος), αλλά (καθόλου τυχαίο) και σε ασθενείς που είναι στο καθεστώς της «υποχρεωτικής ψυχιατρικής θεραπείας στην κοινότητα».

Και φυσικά, η άλλη πλευρά της κατάστασης που καταγγέλθηκε στην Αγγλία (αλλά, προφανώς, αυτό που καταγγέλθηκε, δεν ισχύει μόνο για εκεί) που είναι η έμμεση επίπτωση του Covid-19 στην αύξηση της χρήσης των μηχανικών καθηλώσεων, του κλεισίματος σε δωμάτια απομόνωσης, της καταχρηστικής φαρμακευτικής δοσολογίας και των αυτοπροκαλούμενων θανάτων.

Άλλωστε, η βία κατά των ψυχικά πασχόντων καλά κρατεί, μέσα και έξω από τα ιδρύματα, με πιο ενδεικτική τη δολοφονική βία που ακούν οι αμερικάνοι αστυνομικοί όχι μόνο κατά του κάθε Τζωρτζ Φλόιντ, αλλά και κατά των ψυχικά πασχόντων καθώς, σύμφωνα με την Washington Post, «από τις αρχές του 2015, τουλάχιστον 1.254 άνθρωποι με ψυχικές και διανοητικές νόσους έχουν πέσει νεκροί από σφαίρες οργάνων της τάξης… πολύ συχνά με ρατσιστικά κίνητρα».

Εν κατακλείδι, το ότι δεν υπήρξαν θάνατοι από τον Covid-19 μέχρι τώρα στις ψυχιατρικές μονάδες στην Ελλάδα, δεν οφείλεται στα όποια μέτρα πάρθηκαν (ή δεν πάρθηκαν, όπως, πχ, της ενίσχυσης του συστήματος Υγείας), αλλά από τη συνολικότερη διαδρομή του κορονοϊού σ΄ αυτή τη χώρα, όπως και σε άλλες, με απρόβλεπτο, όμως, το μέλλον, καθώς ήδη άρχισαν και εδώ οι θάνατοι στα γηροκομεία κλπ.

Τα όποια μέτρα για την προστασία από την πανδημία, εν προκειμένω στο χώρο στης ψυχικής υγείας, δεν πρέπει επ΄ ουδενί να γίνει δεκτό να λαμβάνονται στη βάση της καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Υπάρχουν τρόποι προστασίας από τον Covid-19, που σέβονται τα δικαιώματα, την υποκειμενικότητα και το αυτεξούσιο των ψυχικά πασχόντων. Όπως απέδειξε και η πανδημία διεθνώς, είναι τα ποικίλων ειδών ιδρύματα που ευνοούν τους θανάτους.

Η στροφή στην κοινότητα, στην κατ΄ οίκον φροντίδα, στη διαπροσωπική επικοινωνία, στην ολόπλευρη στήριξη, είναι ο μόνος δρόμος.

Καλούμε όλες και όλους σ΄ έναν διαρκή αγώνα για υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων μας, μέσα και έξω από το μονάδες ψυχικής υγείας. Είναι τώρα που η «αντίσταση στο υπάρχον» είναι όσο ποτέ πριν αναγκαία, όσο ποτέ πιο απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια τη ζωή, για μια ζωή με αξιοπρέπεια.


14/9/2020



ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ