Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΟΨΥΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΟΨΥΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιουνίου 2021

ΔΙΑΡΚΩΣ ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

Μέσα στον ορυμαγδό των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, που συντελούν στοχευμένα στην περαιτέρω απεξάρθρωση του κοινωνικού ιστού, κάνοντας όλο και πιο αβίωτη τη ζωή όλο και περισσότερων, ελάχιστη είναι η προσοχή που δίνεται στον ανέκαθεν «φτωχό συγγενή» του συστήματος, στην ψυχική υγεία, όπου μέτρα, υπουργικές αποφάσεις, πρακτικές, επιδιώξεις, οδηγούν συστηματικά στον περαιτέρω κατασταλτικό χαρακτήρα του συστήματος των υπηρεσιών και στην ιδιωτικοποίησή του.

Θεωρούμε ότι τα μέτρα αυτά, οι πρακτικές και η λειτουργία του όλου συστήματος που ευοδώνουν και διαμορφώνουν, απαιτούν εγρήγορση και άμεση οργάνωση αντιδράσεων και αντιστάσεων, καθώς οδηγούν, βάσει σχεδίου (όπου συμπλέουν κράτος, ιδιώτες κλπ), σε μια παλαιολιθικού χαρακτήρα ψυχιατρική πρακτική εγκλεισμού και απόρριψης, με όλα τα σύγχρονα κατασταλτικά και απανθρωποποιητικά εργαλεία της κυρίαρχης ψυχιατρικής «επιστήμης».

Πιο πρόσφατο συμβάν είναι το αίτημα (23/6/21) του ΔΣ του ποικιλοτρόπως γνωστού συλλόγου νοσηλευτών ΣΥΝΟΨΥΝΟ για τη σύσταση «μιας εξειδικευμένης ομάδας παρέμβασης στην ψυχολογική κρίση» ασθενών που νοσηλεύονται. Θα αποτελείται από 3-4 άτομα σε κάθε βάρδια με αποκλειστική αποστολή την «εφαρμογή τεχνικών και μέτρων αποκλιμάκωσης, όπως χορήγηση ενέσιμης φαρμακευτικής αγωγής, εφαρμογή προστατευτικού κλινοστατισμού… κλπ». Είναι χαρακτηριστικό της κουλτούρας που τους διέπει και της «κοινωνικής ανάθεσης» για καταστολή την οποία επιτελούν και στην οποία έχουν, δυστυχώς, ανάγει το ρόλο του νοσηλευτή, ότι ταυτίζουν (αδιάβαστοι πάντα και για τα στοιχειώδη) τις λεγόμενες «τεχνικές αποκλιμάκωσης» με την μηχανική καθήλωση. Γιατί αυτό που θέλουν, είναι ν΄ απαλλαγούν από το «βάρος» αυτού που θεωρούν απαραίτητο να γίνεται (να είναι οι ασθενείς, ακόμα και με το παραμικρό, δεμένοι), στη λογική ενός αποκαθαρμένου, αποστειρωμένου και ιατρικοποιημένου ρόλου του νοσηλευτή, σε διαμετρική αντίθεση με τον ουσιαστικά θεραπευτικό και πρωταγωνιστικό ρόλο που θάπρεπε να έχει ο/η νοσηλευτής/τρια και που προφανώς ουδέποτε πέρασε από το μυαλό των (διαδρομιστών του Υπουργείου και της κάθε εξουσίας) γραφειοκρατών του ΣΥΝΟΨΥΝΟ. Θέλουν, πρακτικά, κάτι σαν ένα καθαρά αστυνομικό σώμα να αναλάβει τη «βρώμικη δουλειά». Καμιά έκπληξη, φυσικά, ότι τέτοια στρώματα παρατρεχάμενων της εξουσίας και των λογικών της κυρίαρχης ψυχιατρικής αποτελούν το όχημα της περαιτέρω κατασταλτικής και αντιθεραπευτικής διολίσθησης της ψυχιατρικής. Οι «πρόθυμοι για όλα» συνεργάτες.

Όλο αυτό συμπλέει με τα σχέδια που προωθεί η ηγεσία του Υπουργείου, που ξεκίνησαν με την πλήρως πια νομιμοποιημένη θεσμοθέτηση της εκτέλεσης (και μάλιστα όσο πιο ανεξέλεγκτα γίνεται) ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Και, προφανώς, δεν είναι τυχαίο ότι πριν λίγες εβδομάδες επενέβη ο ίδιος ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ι. Ντογιάκος για να βάλει ένα, κατά κάποιον τρόπο, φρένο στις ακολουθούμενες διαδικασίες αφού στην (ούτως ή άλλως, χαριστική στους ιδιώτες) εγκύκλιο της Ζ. Ράπτη αναφέρεται ότι οι ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, για να μπορούν να δέχονται ακούσιες νοσηλείες, θα πρέπει να έχουν «βεβαίωση καλής λειτουργίας» (και «όχι αρνητική έκθεση ελέγχου») από την Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων. Σε εγκύκλιό του, της 11/6/21, προς τους εισαγγελείς Πρωτοδικών της χώρας, ανέφερε ότι η εφαρμογή της υπουργικής εγκυκλίου ξεκίνησε χωρίς να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι προϋποθέσεις που έθετε η εγκύκλιος αυτή. Προφανώς, καθώς άνοιξε και πάλι, βάσει και του νόμου, πλέον, ο ασκός του Αιόλου των ακούσιων νοσηλειών προς τις ιδιωτικές κλινικές, κάποιες από τις προϋποθέσεις που έθετε, όπως η «έκθεση καλής λειτουργίας», θα θεωρήθηκαν δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες. Χώρια που, ακόμα και αν τηρηθούν και εφαρμοστούν και αυτές, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η εν λόγω Επιτροπή Δικαιωμάτων, στην οποία έχει ανατεθεί το εν λόγω έργο, είναι σε θέση να το κάνει, να κρίνει, δηλαδή, και με ποια κριτήρια, την καλή λειτουργία κλπ. Τι σημαίνει «καλή λειτουργία»… και μάλιστα ιδιωτικής κλινικής; Υπάρχει; Οταν στην Επιτροπή συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, και στελέχη του ΣΥΝΟΨΥΝΟ που θέλει «ειδικό σώμα» τις ψυχιατρικές κλινικές για το δέσιμο των ασθενών;

Η θεσμοθέτηση των δυνατότητας εκτέλεσης ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές κλινικές πέραν όλων των άλλων, είναι και ένα σαφές βήμα προς την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών. Ένα εγχείρημα στο οποίο συμμετέχουν τόσο οι φορείς του κερδοσκοπικού, όσο και αυτοί του «μη» κερδοσκοπικού τομέα, οι λεγόμενες ΜΚΟ ψυχικής υγείας, σε αγαστή συνεργασία πάντα με την εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου, όποια κι αν είναι, από την εποχή του Λοβέρδου μέχρι σήμερα με την Ζ. Ράπτη.

Είναι χαρακτηριστικό το πώς η ΜΚΟ ΕΠΑΨΥ ανακοινώνει τη συνάντηση των ηγετικών στελεχών της με την Ζ. Ράπτη, το τι συζητήθηκε κλπ: μεταξύ άλλων το «καινοτόμο σχέδιο management οργανισμών ψυχικής υγείας (ΝΠΙΔ/ΝΠΔΔ) με στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας φροντίδας και του ανθρώπινου δυναμικού». Από μόνο του το πλάνο, ακόμα και ως λέξεις, μαρτυρά για τους στόχους της ιδιωτικοποίησης (ποικιλότροπες συμπράξεις δημόσιου/ιδιωτικού τομέα κλπ). Κι΄ αφού ακολουθούν οι αναφορές σε κατ΄ όνομα δράσεις (πηγές νέων κονδυλίων), όπως η «ψυχολογική στήριξη ασθενών με covid-19», η «έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση» κλπ, η ανακοίνωση καταλήγει με την «επιβεβαίωση του καλού κλίματος επικοινωνίας μεταξύ της ΕΠΑΨΥ και του υπουργείου Υγείας και συναποφασίστηκε η εμβάθυνση και διεύρυνση της συνεργασίας τους με στόχο την παροχή της βέλτιστης ποιότητας φροντίδας στην κοινότητα».

Ζήτησαν ενίσχυση και για τον ξενώνα εφήβων της ΕΠΑΨΥ, την ίδια στιγμή που είχαν διώξει και εγκαταλείψει στο Δρομοκαΐτειο 18χρονη έφηβη, της οποίας είχαν ζητήσει την εισαγωγή λόγω «μη διαχειρίσιμης συμπεριφοράς», που πήγαζε σε μεγάλο βαθμό από την επικρεμάμενη εκδίωξή της από τη δομή λόγω ενηλικίωσης, χωρίς καμιά μέριμνα για την μετάβασή της έστω σε δομή ενηλίκων της ίδιας ΜΚΟ, καθώς μια κενή θέση που υπήρχε, καλύφθηκε, βάσει των επικρατουσών απροσωποποιητικών διαδικασιών μεταφοράς των ασθενών στις στεγαστικές δομές ως αντικειμένων, από άλλο άτομο! Δεν μπορούσαν, δηλαδή, και στην πραγματικότητα αρνούνταν, να την κρατήσουν μέχρι να βρεθεί θέση! Πάγια πολιτική όλων ανεξαιρέτως των ΜΚΟ ψυχικής υγείας να ξεφορτώνονται, όλο και πιο συχνά, ενοίκους των στεγαστικών τους δομών λόγω ανικανότητας να διαχειριστούν τις ανάγκες τους. Και πού να τους ξεφορτωθούν; Στο ψυχιατρείο, που πάντα το θέλουμε και μας είναι χρήσιμο για τους εσαεί εγκλεισμούς από τις δήθεν μεταρρυθμιστικές ΜΚΟ. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, προσθέτουμε και μια-δυο χρηματοδοτούμενες δραστηριότητες, πχ, για τους πρόσφυγες, τώρα που τρέχουν τα κονδύλια για προγράμματα και παρεμβάσεις που κατ΄ ουδένα τρόπο αγγίζουν, έστω και κατ΄ ελάχιστον, την οδύνη και τις ανάγκες των προσφύγων.

Σ΄ όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η πρόσφατη εγκύκλιος για την λεγόμενη «έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση», μια παρέμβαση αποκομμένη από ένα δίκτυο υπηρεσιών κοινοτικά βασισμένων, των οποίων η λεγόμενη «έγκαιρη παρέμβαση» θα μπορούσε να είναι μια μόνο πλευρά των ολιστικών παρεμβάσεών τους στην κοινότητα. Όπως είναι διατυπωμένο και θεσμοθετημένο, το όλο πλάνο δεν αφορά παρά, αφενός, θεωρητικές παραδόσεις σε κάποια πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και αφετέρου, το περαιτέρω επιχειρηματικό άπλωμα (πανεπιστημίου και ΜΚΟ) για κάποιες επιλεγμένες περιπτώσεις, που μπορεί ν΄ αποκτήσουν και πελατειακό χαρακτήρα, καθώς, μάλιστα, προβλέπεται και η ακριβής κοστολόγηση και του παραμικρού βήματος προς την «έγκαιρη παρέμβαση».

Και μέσα σ΄ όλο αυτό το βαλτώδες πεδίο, όπου κάθε εγκύκλιος δεν κάνει άλλο από το να σκάβει ακόμα πιο βαθιά μέσα στο βούρκο όπου σπρώχνεται όλο το σύστημα των υπηρεσιών, να μην ξεχάσουμε και το «μνημόνιο συνεργασίας» μεταξύ Υπουργείου Υγείας, Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη, της 8/6/21, «για θέματα κοινού ενδιαφέροντος στον τομέα της ψυχικής υγείας». Θέματα, δηλαδή, που αφορούν στη διαχείριση της ακούσιας νοσηλείας και την επεξεργασία σχετικού νομοθετικού πλαισίου (για τη μεταφορά των ακουσίως προσαγόμενων για νοσηλεία κλπ).

Το ζήτημα της διαχείρισης και των διαδικασιών της ακούσιας νοσηλείας εκκρεμεί από την εποχή του σχετικού νομοσχεδίου του Σύριζα (το 2019), που θεσμοθετούσε ταυτόχρονα και την ακούσια θεραπεία στην κοινότητα και δεν είχε προλάβει να πάει στη Βουλή λόγω εκλογών.

Να είμαστε έτοιμοι/ες για το χειρότερο όταν, όπως φάνηκε και από δηλώσεις των υποψηφίων στις πρόσφατες εκλογές για ανάδειξη του νέου ΔΣ της ΕΨΕ, η επίσημη ψυχιατρική τάσσεται υπέρ των πιο σκληρών μέτρων και όλοι, πανεπιστημιακοί, ηγετικά μέλη των ΜΚΟ ψυχικής υγείας και άλλοι είχαν ήδη ταχτεί και υπέρ της ακούσιας θεραπείας στην κοινότητα.

Κανένας εφησυχασμός. Η κατάσταση στο χώρο της ψυχικής υγείας συμπυκνώνει στο έπακρο, και με τον πιο εκρηκτικό τρόπο, όλη την κοινωνική απορρύθμιση, την απανθρωποποιητική αντιμετώπιση και την περιθωριοποίηση όλων και πιο πλατειών στρωμάτων. Με την προϊούσα υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση των υπηρεσιών να κάνουν ακόμα πιο άκαμπτους τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς της καταστολής.

Είδαμε όλη αυτή την περίοδο πολύ καλά ότι η πανδημία έχει ένα ταξικό πρόσημο και οι συνέπειές της είναι πιο οδυνηρές και θανατηφόρες στους πιο φτωχούς και στους πιο ευάλωτους. Αποτελώντας, ταυτόχρονα, αφορμή και ευκαιρία για περαιτέρω καταστρατήγηση των όποιων δικαιωμάτων τους (σε στεγαστικές δομές, ψυχιατρικές κλινικές κλπ), όπως, άλλωστε, συμβαίνει με όλα, τα όποια εναπομείναντα, κεκτημένα όλων των λαϊκών στρωμάτων.

Το θεραπευτικό ήταν πάντα και πολιτικό και σήμερα είναι ακόμα περισσότερο.



29/6/2021



ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ 

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

 

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ «Δ.Ε ΝΟΣΗΛΕΥΤΩΝ/ΤΡΙΩΝ». ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ ΕΝΙΑΙΟ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΚΛΑΔΟ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ









Με ένα άρθρο μέσα σε μιαν ακόμα Πράξη Νομοθετικού 

Περιεχομένου (ΠΝΠ), η κυβέρνηση της ΝΔ, αξιοποιώντας, 

για μιαν ακόμη φορά, ως «ευκαιρία» την κρίση της 

πανδημίας του κορονοϊού και με την πάντα πρόθυμη 

συνεργασία των γνωστών συνδικαλιστών/διαδρομιστών του 

Υπουργείου Υγείας (ΕΝΕ, ΠΑΣΥΝΟ, ΣΥΝΟΨΥΝΟ κλπ), 

προχωρά στη σύσταση Κλάδου Νοσηλευτών, στον οποίο θ΄ 

ανήκουν μόνο οι νοσηλευτές/τριες ΠΕ και ΤΕ. Η πλειονότητα 

του νοσηλευτικού προσωπικού, που είναι οι ΔΕ, μένει απ΄ 

έξω - με το μέλλον του αβέβαιο ως προς τον επαγγελματικό 

του ρόλο και την διαδρομή του μέσα στο σύστημα των 

υπηρεσιών Υγείας.



Αυτή η ρύθμιση πρόκειται να οδηγήσει σε περαιτέρω 

υποβάθμιση του ρόλου του ΔΕ νοσηλευτικού προσωπικού, 

σε περαιτέρω κατακερματισμό και ιεραρχίες εντός του 

νοσηλευτικού κλάδου, με τον κομβικής σημασίας  

θεραπευτικό ρόλο όλου του νοσηλευτικού προσωπικού,  

ανεξαρτήτως πτυχίου, να μεταλλάσσεται σ΄ ένα, απλώς, 

καθηκοντολόγιο, ιδιαίτερο για κάθε βαθμίδα, που οι 

νοσηλεύτριες/τές διαφορετικών πτυχίων, στην ίδια βάρδια, 

θα εκτελούν διαχωρισμένα και στη λογική ιεραρχιών. 
 


Δεν είναι κάτι που, ως σχεδιασμός και επιδίωξη, γεννήθηκε 

από τον κορονοϊό. Είναι, όμως, η υλοποίησή του που 

ευοδώνεται από την «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» που 

έχει επιβληθεί λόγω της πανδημίας, όπως, άλλωστε,πολλών 

άλλων αυτή την περίοδο.



Γιατί είναι εδώ και αρκετά χρόνια που, γνωστή ομάδα 

ενσωματωμένων στο σύστημα συνδικαλιστών, πατώντας 

πάνω στο τρόπο που ορίζονται και ασκούνται οι 

επαγγελματικοί ρόλοι στο χώρο της Υγείας, στον 

καθετοποιημένα ιεραρχικό, αυτοαναφορικό και 

κατακερματισμένο χαρακτήρα τους (υιοθετώντας και 

εισάγοντας τα μεταμοντέρνα και νεοφιλελεύθερης κοπής 

ιατρικά και νοσηλευτικά πρότυπα), έχει συντελέσει τα 

μέγιστα στη συγκρότηση ενός επιδιωκόμενου «πρότυπου 

ρόλου νοσηλευτή», ιατρικοποιημένου, απονευρωμένου, 

αποστειρωμένου, στη βάση ενός αθροίσματος καθηκόντων, 

πίσω από τα οποία «χάνεται το πρόσωπο», η ολότητα του 

πάσχοντος, η θεραπευτική σχέση. 
 


Για όσα δεν «χωράνε» σ΄ αυτά τα αυστηρά οριζόμενα 

καθήκοντα, πρέπει να υπάρχουν οι «από κάτω» στην 

ιεραρχία για να τα εκτελέσουν – έστω κι΄ αν, πολλές φορές, 

είναι αυτά τα «καθήκοντα» (πράξεις, ενέργειες, 

διαδικασίες) που δεν «χωράει» ο αυθαίρετα οριζόμενος 

«επιστημονικός νοσηλευτικός ρόλος» (κατ΄ αντιστοιχίαν του 

ιατρικού), τα οποία έχουν την πιο κρίσιμη θεραπευτική 

σημασία
 


Φυσικά, στην καθημερινή πράξη, η μεγάλη πλειονότητα των 

νοσηλευτών/τριών ΤΕ ξέρει πολύ καλά την θεραπευτική 

σημασία όλων αυτών των πράξεων που οι συνδικαλιστές 

αυτοί θέτουν «εκτός του αποδεκτού ρόλου» και τα 

υλοποιούν από κοινού με τους ΔΕ - παρά τα προβλήματα 

που ενίοτε καλλιεργούν οι διχαστικές αντιλήψεις και 

πρακτικές αυτών των συνδικαλιστών. 
 


Και, ταυτόχρονα, ξέρουμε πολύ καλά την τεράστια 

θεραπευτική συμβολή, τις θεραπευτικές δεξιότητες (στην 

ουσία και όχι στους τύπους) της πλειονότητας του 

νοσηλευτικού προσωπικού ΔΕ, καθώς, εν προκειμένω, 

στην άσκηση του θεραπευτικού ρόλου, δεν είναι το πτυχίο 

ή, τουλάχιστον, μόνο αυτό, το κύριο κριτήριο. 

 

Η θεσμοθέτηση ως ιδιαίτερου κλάδου των νοσηλευτών ΤΕ 

και ΠΕ, ανεξάρτητα από το αν δημιουργηθεί ή όχι ιδιαίτερος 

κλάδος νοσηλευτών ΔΕ, θα σημάνει την επισημοποίηση και 

το βάθαιμα μιας ιεραρχίας στο εσωτερικό του νοσηλευτικού 

προσωπικού, με τους ΔΕ να εξοβελίζονται σε καθαρά 

υπηρετικό ρόλο.



Το ζήτημα που προκύπτει από την ρύθμιση, μέσω ΠΝΠ, του 

Κλάδου των Νοσηλευτών, είναι κάτι που δεν αφορά μόνο 

μια κατηγορία νοσηλευτών/τριών, αλλά το σύστημα Υγείας 

στο σύνολό του. Δηλαδή, για ποια Υγεία μιλάμε, σωματική 

και ψυχική; Ο ρόλος του νοσηλευτικού προσωπικού, που 

είναι κεντρικής σημασίας μέσα σ΄ αυτό το σύστημα, είναι να 

επικεντρώνεται πάνω σε «ειδικά καθήκοντα», ή στη  

σφαιρικότητα του ασθενή σαν ανθρώπινης ύπαρξης; Η 

λειτουργία των νοσηλευτών/τριών είναι μια ατομική υπόθεση 

στη βάση ειδικών και περιγεγραμμένων καθηκόντων, ή 

θάπρεπε να τελείται στα πλαίσια ομάδας, με ισότιμες 

σχέσεις; Πράγμα που, φυσικά, θα απαιτούσε το ξεπέρασμα 

του κεντρικού και ιεραρχικού ελέγχου των επιμέρους 

δραστηριοτήτων και θα έβαζε σε αμφισβήτηση την 

κατεστημένη δομή της νοσηλευτικής ιεραρχίας, ενώ, 

ταυτόχρονα, θα έθετε στο «τραπέζι» και τον 

επαναπροσδιορισμό του ρόλου του γιατρού (ως της 

αυτόκλητης κορυφής της πυραμιδικής ιεραρχίας). 

 

Λαμβάνοντας υπόψιν την όλη κατάσταση στο σύστημα 

Υγείας και την ιστορική της διαδρομή, δεν πρέπει να 

πάρουμε τίποτα ως δεδομένο, ούτε να αρκεστούμε σε  

εμβαλωματικές λύσεις. Γιατί εμβαλωματική λύση είναι 

ακόμα κι ο «ενιαίος» κλάδος, αλλά με διακριτές, ιεραρχικά, 

βαθμίδες, καθήκοντα κλπ - και φυσικά μισθούς. 
 


Μόνη ουσιαστική και οριστική λύση είναι ο πραγματικά 

ενιαίος νοσηλευτικός κλάδος, με όλες και όλους στην 

ίδια βαθμίδα (καθήκοντα, μισθούς κλπ), με «ενδιάμεσο 

όχημα» την συγκρότηση ενός μονοετούς, ή διετούς, 

«μεταβατικού προγράμματος εκπαίδευσης» όλου του 

υπάρχοντος ΔΕ νοσηλευτικού προσωπικού, μετά τέλος του 

οποίου, όλοι και όλες, εργαζόμενοι, ή άνεργοι, θα 

γίνονταν ΤΕ ή και ΠΕ (αν το θέλουμε τον Νοσηλευτικό 

Κλάδο ενιαίο και όχι, και ΤΕ και ΠΕ).



Και σε σύνδεση με αυτό, να θεσμοθετηθεί η παροχή της 

νοσηλευτικής εκπαίδευσης από σχολές της ίδιας 

εκπαιδευτικής βαθμίδας, με πιθανή την ταυτόχρονη 

επανεξέταση και επαναπροσδιορισμό του περιεχομένου της.

Μπορεί να φαίνεται ουτοπικό, προϊόν ονειρικής φαντασίας 

στις μέρες που ζούμε, αλλά έχει γίνει, έχει υπάρξει, στη 

βάση του κινήματος για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση στην 

Ιταλία, στην δεκαετία του 70. 
 


Ίσως, στις δύσκολες εποχές που ζούμε, η επιδίωξη αυτού 

που φαίνεται ουτοπικό, να είναι και η μόνη ρεαλιστική 

διεκδίκηση απέναντι στην αναπόφευκτη περαιτέρω 

υποβάθμιση και απόρριψη μεγάλης μερίδας του 

νοσηλευτικού προσωπικού (είδαμε, άλλωστε, και τις 

απολύσεις, εν μέσω πανδημίας, υγειονομικού προσωπικού 

στις ΗΠΑ και θα δούμε και αλλού ενόψει των νέων 

«μνημονίων» σε όλο τον κόσμο).



Ως «Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική 

Υγεία», θεωρώντας ανέκαθεν, και πολύ περισσότερο 

σήμερα, ότι η όποια θεραπευτικότητα των θεσμών στην 

Ψυχική Υγεία, αλλά και σε όλη την Υγεία, είναι 

συνυφασμένη, μεταξύ άλλων, και με το σπάσιμο των 

κάθετων ιεραρχιών (γιατρός από πάνω, νοσηλευτής 

ενδιάμεσος και, στο τέλος, ο ασθενής) και ότι το νοσηλευτικό 

προσωπικό έχει να παίξει τον δικό του, ισότιμο 

θεραπευτικό ρόλο σε μια λογική και λειτουργία διακλαδικής 

θεραπευτικής ομάδας (ισότιμο με όλες τις άλλες ειδικότητες  

και με τον ασθενή), θα στηρίξουμε κάθε κίνηση ενάντια στην 

απαξίωση του ΔΕ νοσηλευτικού προσωπικού, όπως και, 

γενικά, όλου του νοσηλευτικού προσωπικού, ενάντια στην 

υποστελέχωση, την πιθανή μείωση των αποδοχών, την 

επελαύνουσα ποικιλότροπη ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών, 

για ένα δημόσιο, δωρεάν και πραγματικά θεραπευτικό 

σύστημα Υγείας, κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων 

σ΄αυτήν, των ασθενών και της κοινωνίας.


18/5/20




ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ 

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ










Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ: ΣΗΜΑ ΚΑΤΑΤΕΘΕΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ Η ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΘΗΛΩΣΗ - ΚΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ, Η «ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ»


Στον απόηχο του νομοσχέδιου που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, το οποίο θεσμοθετεί την ίδρυση του «ειδικού τμήματος» ψυχιατρείου (ή γενικού νοσοκομείου), ενός τμήματος/φυλακή για όσους κρίνονται «ακαταλόγιστοι» για ποινικό αδίκημα που επιτέλεσαν και όπου για πρώτη φορά αναφέρεται ρητά, σε νομοθετική ρύθμιση, η νομιμότητα της επιβολής κατασταλτικών πρακτικών (μηχανικών καθηλώσεων και απομονώσεων), όταν υπάρχει «επιθετική» συμπεριφορά (χωρίς, φυσικά, καμιά αναφορά στο ποιες συνθήκες και ποια μεταχείριση την προκαλεί), το ζήτημα των μηχανικών καθηλώσεων πήρε μιαν ιδιόμορφη δημοσιότητα.
 

Εγινε αντικείμενο αντιπαράθεσης όχι μεταξύ κάποιων που είναι υπέρ και κάποιων που είναι κατά, αλλά και με τις δυο πλευρές να είναι υπέρ: με τη μια πλευρά (του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ) να κάνει, μέσα από την προβολή της εικόνας καθηλωμένου ασθενή, τις βάρβαρες αυτές πρακτικές ‘θέαμα’, στα πλαίσια ενός συντεχνιακού λαϊκισμού στην αντιμετώπιση των πολύ σοβαρών προβλημάτων στον χώρο της ψυχικής υγείας και με την άλλη (ΣΥΝΟΨΥΝΟ), να λέει ότι, κάνουμε (και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, γιατί έτσι είναι το σωστό) καθηλώσεις όταν «πρέπει» («επικινδυνότητα» κλπ) και όχι επειδή λείπει μας λείπει προσωπικό. 
 

Μια ψευδο-αντιπαράθεση, δηλαδή, που δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι και πόσο αυτονόητη θεωρείται η μηχανική καθήλωση (και η απομόνωση) στην ψυχιατρική που ασκείται σήμερα σε όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Μια πρακτική που πλασάρεται με το ένδυμα της «ιατρικής πράξης» και που η εφαρμογή της γίνεται, δήθεν, σύμφωνα με «πρωτόκολλα» και «μόνον» όταν «επιβάλλεται», με το σύνηθες συνοδό περιτύλιγμα ότι «πρέπει να τηρούνται οι κατευθυντήριες αρχές της ΕΕ για την πρόληψη βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης» κλπ. Ωστόσο, ξέρουμε πολύ καλά (και το ξέρουν εξίσου καλά, και «από τα μέσα», αυτοί που κάνουν αυτές τις ανακοινώσεις) ότι ποτέ δεν τηρείται κανένα πρωτόκολλο και ότι η μόνη «αντικειμενική» βάση της εκάστοτε απόφασης για την επιβολή αυτών των μέτρων, δεν είναι άλλη από την υποκειμενική εκτίμηση αυτού που έχει την εξουσία (του ψυχιάτρου – σπανίως του νοσηλευτή) να αποφασίζει, την κάθε δεδομένη στιγμή, τι είναι «επικίνδυνο» και τι όχι και για ποιόν. 
 

Πολύ συχνά, «επικίνδυνο» είναι η παραμικρή «αταξία» που η αντίδραση του ψυχικά πάσχοντος, η απόγνωσή του από το βίωμα της ματαίωσης και του εγκλωβισμού, επιφέρει στην πειθαρχική ιδρυματική λειτουργία του ψυχιατρικού τμήματος. Και η αναγκαστική προσαρμογή στην πειθαρχική λειτουργία βαφτίζεται «ιατρική πράξη». 
 

Θα θυμίσουμε, εν προκειμένω την κλασική ανάλυση του E. Goffman στα «Ασυλα»: «Κάθε τι που συμβαίνει στο νοσοκομείο, λέει ο Goffman, πρέπει να νομιμοποιηθεί με την αφομοίωσή του και την κατάλληλη μετάθεσή του προς ένα ιατρικό- υπηρεσιακό πλαίσιο αναφοράς. Οι καθημερινές πράξεις του προσωπικού πρέπει να ορίζονται και να παρουσιάζονται ως εκφράσεις της παρακολούθησης, της διάγνωσης και της θεραπείας. Για να υλοποιηθεί αυτή η μετάθεση, η πραγματικότητα πρέπει να διαστρεβλωθεί σε σημαντικό βαθμό, όπως κατά κάποιον τρόπο διαστρεβλώνεται από δικαστές, διευθυντές και λειτουργούς και σ΄ όλα τα (διαφορετικά από το άσυλο) ιδρύματα υποχρεωτικής παραμονής. Πρέπει ν΄ αποκαλυφθεί ένα έγκλημα που να ταιριάξει στην τιμωρία και ο χαρακτήρας του τροφίμου πρέπει να ανασυσταθεί και να ταιριάξει στο έγκλημα».


Δεν είναι τυχαίο που στην κορύφωση της ψευδο-αντιπαράθεσης που προαναφέρθηκε, βλέπει το φως της δημοσιότητας και μια εργασία δυο καθηγητών της Νοσηλευτικής του ΤΕΙ Λαμίας για το ζήτημα αυτό, η οποία, μέσα από την απλώς βιβλιογραφική και ψευδο-ουδέτερη έκθεση των υπέρ και των κατά των κατασταλτικών αυτών πρακτικών, δεν κάνει άλλο από το να καθαγιάζει, εν τέλει, την επιβολή τους «μόνο» - όπως πάντα λέγεται από τους υποστηρικτές των μέτρων αυτών - όταν είναι «αναγκαίο» και «επιβεβλημένο» για το «καλό του ασθενή» (και των γύρω του). Διαβλέποντας, μάλιστα, και μιαν «επιθυμία μείωσης» των πρακτικών αυτών, τη στιγμή που η διάχυση της εφαρμογής τους έχει πάρει διαστάσεις χωρίς προηγούμενο. Καταλαβαίνει κανείς με τι είδους και πιο «επεξεργασμένα», πλέον, επαγγελματικά «εφόδια» θα αποφοιτούν στο εξής οι νοσηλευτές/τριες από τις σχολές τους, με ποια γνώση του «αντικειμένου» τους και των μεθόδων για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων του. 
 

Γιατί η μηχανική καθήλωση και η απομόνωση, (αλλά και η χημική καθήλωση, η κλειδωμένη πόρτα κλπ) στο βαθμό, μάλιστα, που προβάλλονται ως «ιατρική πράξη», είναι συστατικά στοιχεία και εργαλεία μιας ψυχιατρικής που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια» και βλέπει την οδύνη του ως «συμπτώματα και σημεία» μιας νόσου (μιας διαγνωστικής κατηγορίας), που πρέπει να κατασταλούν και να εξαλειφθούν, αντί να επιδιώκει την επικοινωνία, τον διάλογο, για την κατανόηση των αναπάντητων αναγκών, των διαδρομών και των διαδοχικών απορρίψεων τους, μέχρι να φτάσουν να εκραγούν, στην οικογένεια, σε κοινωνικούς χώρους ή, μετά από μια βίαιη διακομιδή, μέσα στην ψυχιατρική κλινική. 
 

Αυτός ο επαναλαμβανόμενος, στις μέρες μας, καθαγιασμός των μηχανικών καθηλώσεων σε νόμους, σε «επιστημονικές» εργασίες, σε «διαμάχες», συμπλέει με την προώθηση ρυθμίσεων που επιδιώκουν να εισάγουν και στην Ελλάδα την (πλήρως αποτυχημένη διεθνώς) διάχυση της καταστολής στην κοινότητα, με την «υποχρεωτική θεραπεία κατ΄ οίκον». Στο όνομα της μείωσης των ακούσιων νοσηλειών και χωρίς ν΄ αλλάζουν σε τίποτα τον τρόπο και τις πρακτικές λειτουργίας του ψυχιατρικού συστήματος, επιδιώκουν την επιβολή της «ακούσιας θεραπείας» ως πρώτο βήμα πριν την ακούσια νοσηλεία. 
 

Σε άλλες χώρες αυτό ισοδυναμούσε με την μετάλλαξη των υπαρχόντων κοινοτικών υπηρεσιών σε μηχανισμούς καταστολής - μεταξύ άλλων, και για την μείωση των κονδυλίων που δαπανώνται για τη νοσηλεία, μέσω της υποκατάστασής της από την υποχρεωτική επιβολή της θεραπείας στο σπίτι. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κατασταλτική μετάλλαξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στη βάση της κυρίαρχης βιολογικής ψυχιατρικής και της αγαστής συνεργασίας της με το βιο-φαρμακοβιομηχανικό σύμπλεγμα και τα ενέσιμα σχήματα που αυτό προωθεί στην αγορά - και, μέσω της κυρίαρχης ψυχιατρικής, στο σπίτι του κάθε ασθενή, ή και εν δυνάμει ασθενή. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ήδη εν εξελίξει συνεργασίες ψυχιάτρων του δημοσίου με υπαλλήλους φαρμακοβιομηχανιών, με τους δεύτερους να πηγαίνουν στα σπίτια ασθενών, που παρακολουθούν οι πρώτοι, για να τους κάνουν το ενέσιμο σχήμα. 
 

Καταλαβαίνει κανείς τι τροπή θα πάρει η λεγόμενη «στροφή στην κοινότητα» σ΄ αυτή τη χώρα, όπου ποτέ δεν υπήρξε κι΄ ούτε υπάρχει η παραμικρή επιθυμία, «από τα κάτω», ή «από τα πάνω», για μια τέτοια στροφή. Κάποιοι την προορίζουν να υπάρξει ως «κατ΄ οίκον καταστολή». 
 

Γι΄ αυτό, ενώ η διεκδίκηση της πλήρους απαγόρευσης των μηχανικών καθηλώσεων (και των απομονώσεων και όλων γενικά των κατασταλτικών πρακτικών) πρέπει να είναι πάντα στη πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων για την εξάλειψη πρακτικών που, εκτός που τις θανατηφόρες «παρενέργειες» που έχει η εφαρμογή τους (και που πάντα συγκαλύπτονται και αποδίδονται σε άλλη αιτία), λειτουργούν άκρως τραυματικά και κακοποιητικά στην υποκειμενικότητα και στην αυτοεκτίμηση του ψυχικά πάσχοντος, θα πρέπει, ταυτόχρονα, να είναι σαφές ότι η κατάργηση αυτών των πρακτικών είναι συνυφασμένη με την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυχιατρικής, μέσα από εναλλακτικές πρακτικές που αναδεικνύουν (και έχουν διεθνώς αναδείξει) ότι μια «άλλη ψυχιατρική», «χωρίς μηχανικές καθηλώσεις», είναι δυνατή
 

Για μια «στροφή στην κοινότητα» που θα είναι «στροφή σε μιαν άλλη σχέση» με τον ψυχικά πάσχοντα, για διάλογο, επικοινωνία, διαπραγμάτευση, στήριξη, συνοδεία. Ενάντια στην όποια πρόθεση/επιδίωξη για πολιτικές διάχυσης της καταστολής στην κοινότητα.
 

Η μείωση των ακούσιων νοσηλειών δεν είναι ζήτημα διατάξεων και ρυθμίσεων επί χάρτου, αλλά ριζικής αλλαγής της ασκούμενης ψυχιατρικής φροντίδας, για ένα πραγματικά κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών, που θα είναι σε θέση να ασκεί μιαν ουσιαστική πρόληψη σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο και να παρέχει ουσιαστική στήριξη στον τόπο κατοικίας. Να κατανοεί και να στηρίζει και όχι να καταπιέζει και να καταστέλλει. 
 

Για να υπάρχει μια άλλη σχέση (του ψυχιάτρου, του νοσηλευτή και όλων των λειτουργών) με τον ασθενή, για να μην είναι «ο ασθενής δεμένος», πρέπει ο λειτουργός ψυχικής υγείας - και πρωτίστως ο ψυχίατρος - να μάθει «να δένεται» στο λειτούργημά του, που θα έπρεπε να συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στο να επιδιώκει και να είναι σε θέση να κάνει σχέση με τον «ασθενή» σε ισότιμη βάση (αμφισβητώντας τον εξουσιαστικό ρόλο, στη βάση του οποίου έχει μάθει να λειτουργεί), να είναι δίπλα του για όσο χρόνο χρειαστεί και να μη καταφεύγει στην ευκολία της καθήλωσης.


Και ταυτόχρονα, να υπάρχει κατάλληλα εκπαιδευμένο και αριθμητικά επαρκές προσωπικό.


Γιατί μπορεί η μηχανική καθήλωση να είναι πρωτίστως προϊόν της «κουλτούρας και της πράξης» της κυρίαρχης ψυχιατρικής και να γίνεται ως αυτονόητη πρακτική ανέκαθεν, ακόμα και όταν υπάρχει επάρκεια προσωπικού, αλλά δεν παύει να εξαρτάται και από την έλλειψη προσωπικού - ενός προσωπικού ποικιλοτρόπως ματαιωμένου και εξουθενωμένου, που δεν είναι σε θέση ν΄ αντέξει και να διαχειριστεί την παραμικρή «αταξία» γύρω του. 
 

Μια πρακτική προσανατολισμένη στην πλήρη κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων, προϋποθέτει την πρωταρχικότητα του ποιοτικού στοιχείου (την ριζικά εναλλακτική κουλτούρα και πράξη) πάντα σε συνάρτηση με το ποσοτικό στοιχείο, προκειμένου να μπορέσει να καταστεί έμπρακτα, και όχι στα λόγια, δυνατή - όπως, πχ, μικρό αριθμό ασθενών και μεγάλη επάρκεια προσωπικού.


Το ζήτημα των προσλήψεων και της εκπαίδευσης του προσωπικού (καθώς και της επαρκούς χρηματοδότησης των υπηρεσιών) μπορούν να συντελέσουν σε μια ουσιαστική αλλαγή (ξεπέρασμα του ψυχιατρείου) και όχι απλή αναπαλαίωση του υπάρχοντος (μέσα από την διατήρηση, ή το βίαιο κλείσιμό του), μόνο στο βαθμό που εντάσσονται σε μια ριζική αμφισβήτηση του τρόπου που «σκέπτεται και πράττει» η κυρίαρχη ψυχιατρική στην καθημερινή ιδρυματική της λειτουργία, στο ψυχιατρείο, στο γενικό νοσοκομείο, ή στα κατ΄ όνομα ΚΨΥ που υπάρχουν. 
 

Αυτό που ζούμε στο χώρο της ψυχικής υγείας, σ΄ αυτή την περίοδο της διακυβέρνησης από την «πρώτη φορά αριστερά», είναι η από μακρού αναμενόμενη θεσμοθέτηση ενός ψυχιατρικού «εκσυγχρονισμού», των προδιαγραφών, δηλαδή, μιας νεο-ιδρυματικής βιολογικής ψυχιατρικής, σε συνέργια με τους κατευθυντήριους άξονες μιας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης/απόρριψης των αναγκών των ψυχικά πασχόντων-πάνω στο έδαφος (και για την διαχείριση) ενός συστήματος υπηρεσιών υπό κατάρρευση. «Ειδικό τμήμα» του ψυχιατρείου, καθαγιασμός των μηχανικών καθηλώσεων, με την «ακούσια θεραπεία» εν όψει και ποιος ξέρει ποιά άλλα, στην ίδια κατεύθυνση, να έπονται.

Τι «διάλογος», επομένως, μπορεί να υπάρξει με επιτροπές του Υπουργείου Υγείας (στην αναζήτησή τους για «πρόθυμους συμμάχους»), πχ, για την ακούσια νοσηλεία (ή ό,τι άλλο) - επιτροπών που σχεδιάζουν την «ακούσια θεραπεία» στην κοινότητα, που καθαγιάζουν τις μηχανικές καθηλώσεις, τα ηλεκτροσόκ κλπ, και που, πιθανόν, κάποιοι από τους ψυχιάτρους των όποιων επιτροπών, πριν παραστούν στην συνεδρίαση της επιτροπής τους, έχουν δώσει εντολή μηχανικής καθήλωσης ασθενών της κλινικής τους; 
 

Ο μόνος τρόπος για να μην περάσουν και να μη βρουν εφαρμογή οι νέες κατασταλτικές νομοθεσίες είναι η αμφισβήτησή τους «από τα κάτω», μέσα από την κινητοποίηση των άμεσα ενδιαφερομένων, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, οικογενειών, λειτουργών ψυχικής υγείας, κοινωνικών συλλογικοτήτων-ένα κίνημα που θα αμφισβητεί τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις πολιτικές που εξακολουθούν να καταδικάζουν τους ψυχικά πάσχοντες στη θέση του κοινωνικού παρία, χωρίς ουσιαστικά αναγνωρισμένα και κατοχυρωμένα δικαιώματα, στο «έλεος» μιας ανελέητης κοινωνικής απόρριψης και ψυχιατρικής καταστολής.





14/1/2018





ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ 

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ