Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

«Νέες» κατευθυντήριες οδηγίες και θεσμοθέτηση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής


 

Τους δύο τελευταίους μήνες δημοσιοποιήθηκαν δύο κείμενα που αξίζει να διαβαστούν μαζί: το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας, στο οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες για τις πρακτικές περιορισμού και απομόνωσης στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, καθώς και η θεσμοθέτηση του νέου Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι η γλώσσα της πρόληψης, του σεβασμού, της εξατομικευμένης φροντίδας, της λογοδοσίας, της συμμετοχής του λήπτη και της ελαχιστοποίησης του περιορισμού επαναλαμβάνεται συστηματικά, ιδίως στο κείμενο των οδηγιών. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται αλλού: όχι στις λέξεις που επιλέγονται, αλλά στο τι ακριβώς επιτρέπεται να συμβαίνει πίσω από αυτές. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, η κατ’ όνομα «Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές», με το υπ’ αριθ. πρωτ. 207/14.9.2026 έγγραφό της, εξέδωσε τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Πρόληψη και Διαχείριση των Πρακτικών Περιορισμού και Απομόνωσης κατά την Ψυχιατρική Νοσηλεία και τη Διαχείριση Κρίσεων στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας».

Τρέχουσα συνθήκη

Σαφώς, το παραπάνω νομοσχέδιο δεν έρχεται σε κενό χρόνο. Παρά την προσπάθεια παρουσίασης της σύγχρονης ψυχιατρικής ως ενός εξευγενισμένου και ολοκληρωμένου πλάνου «υποστήριξης», γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτή δεν είναι η πραγματικότητα.

Τα προβλήματα της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης ψυχιατρικής, η οποία —κατά την κριτική μας— ενδιαφέρεται πρωτίστως για το κέρδος, τα βλέπουμε καθημερινά. Άλλοτε εκδηλώνονται μέσα από τη διαρκή υποστελέχωση προσωπικού και την έλλειψη κλινών και άλλοτε μέσα από πιο άμεσες επιθέσεις, όπως η μήνυση του υπουργού Υγείας σε ψυχιάτρους που συμμετείχαν σε διαμαρτυρία το καλοκαίρι του 2026. Βρισκόμαστε σχεδόν τρία χρόνια μετά τον Ν. 5129/2024, που προωθήθηκε από τον τότε υφυπουργό Βαρτζόπουλο και προέβλεπε, μεταξύ άλλων, συγχωνεύσεις ψυχιατρικών κλινικών και κεντρικά, άκαμπτα προγράμματα, αδυνατώντας να προσαρμοστούν στις ανάγκες των επιμέρους κοινοτήτων, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για την πρόληψη, την επανεκπαίδευση και την υποστήριξη όσων βιώνουν ψυχική οδύνη. Μέρος των παραπάνω μέτρων δεν έχει ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. Ωστόσο, όσα έχουμε δει στην πράξη είναι υποστελέχωση, έλλειψη κλινών, διανυκτερεύσεις νοσηλευομένων σε τμήματα, άρνηση επανεισαγωγής στις ίδιες κλινικές, νοσηλεία εφήβων σε ψυχιατρικές κλινικές ενηλίκων, αποκλεισμός από επιδόματα ΚΕΠΑ ανθρώπων που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον «ψηφιακό εκσυγχρονισμό» —καθώς προϋπόθεση είναι πλέον η πρόσβαση σε τηλέφωνο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κ.λπ.—, προσωρινά «παγώματα» αιτημάτων ένταξης σε οικοτροφεία, και ο κατάλογος συνεχίζεται. Ο συνδυασμός αυτών των συνθηκών με την αυξημένη γραφειοκρατία δεν οδήγησε παρά σε περαιτέρω ψυχιατρικοποίηση, περιορισμό των ελευθεριών των ληπτών υπηρεσιών και αύξηση του ποσοστού των ακούσιων νοσηλειών, το οποίο κυμαίνεται γύρω στο 65%. Παρά τους διαρκείς διθυράμβους για την υποτιθέμενη ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, το κυρίαρχο παράδειγμα παραμένει η παραμέληση και η ψυχιατρική βία. Την ίδια στιγμή, το κράτος κλείνει το μάτι στις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, οι οποίες είναι πρόθυμες να ακολουθήσουν τη φιλοσοφία του στίγματος και της καταστολής —για όσους έχουν το οικονομικό «προνόμιο» να ανταποκριθούν στο κόστος.

Νέες κατευθυντήριες οδηγίες

Επιστρέφοντας στα δύο κείμενα, έχει ενδιαφέρον ότι, πριν από δεκαοκτώ χρόνια, οι τότε κατευθύνσεις για την καθήλωση και την απομόνωση ασθενών κατά την ψυχιατρική νοσηλεία εφαρμόζονταν στις δημόσιες και ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, ενώ η εφαρμογή τους αποκλειόταν ρητά στα οικοτροφεία, στους ξενώνες και στα προστατευμένα διαμερίσματα. Σήμερα αυτό αλλάζει. Οι νέες οδηγίες αναφέρουν ότι μπορούν να εφαρμόζονται «σε όλες τις υπηρεσίες και Μονάδες Ψυχικής Υγείας του Εθνικού Δικτύου Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας» και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μονάδες ψυχικής υγείας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης.

Φαίνεται, λοιπόν, πως πρακτικές ελέγχου και περιορισμού, οι οποίες —όπως γνωρίζουμε από πρώτο χέρι— εφαρμόζονταν εδώ και χρόνια σε πολλές στεγαστικές δομές, συχνά με καταχρηστικό τρόπο, αποκτούν πλέον ένα πολύ πιο σταθερό θεσμικό καταφύγιο. Όσο κι αν οι οδηγίες βρίθουν από λέξεις όπως «πρόληψη», «σεβασμός», «δικαιώματα» και «συμμετοχή», όσο κι αν περιβάλλονται από μια αύρα συμπερίληψης του λήπτη, δεν παύουν να ανοίγουν επισήμως τη δυνατότητα εφαρμογής περιοριστικών μέτρων και στις στεγαστικές Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης: στα οικοτροφεία, στους ξενώνες και στα προστατευμένα διαμερίσματα. Και αυτό δεν είναι μια μικρή τεχνική μεταβολή.

Εικάζουμε πως χρόνιες πρακτικές περιορισμού της ελευθερίας ανθρώπων, οι οποίες ήδη εφαρμόζονταν σε πολλές δομές, αποκτούν πλέον τη δυνατότητα να ενταχθούν σε ένα επίσημο πλαίσιο. Όπως έχουμε κατ’ επανάληψη τονίσει, όμως, η αλλαγή κουλτούρας, πρακτικών και φιλοσοφίας στη δομή και τη λειτουργία των υπηρεσιών δεν περνά από ιμάντες, δωμάτια απομόνωσης και καθηλώσεις. Γνωρίζουμε πώς γράφονται τα πρωτόκολλα καταγραφής —όταν γράφονται, συχνά εκ των υστέρων. Γνωρίζουμε πόσο εύκολα μια διεκδίκηση, μια απαίτηση, μια έντονη αντίδραση ή οποιαδήποτε συμπεριφορά θεωρηθεί «διαταρακτική» μπορεί να βαφτιστεί «κρίση». Γνωρίζουμε, επίσης, ότι σε πολλές υπηρεσίες ο περιορισμός κάθε άλλο παρά λειτουργεί πάντα ως έσχατο μέτρο. Πολύ συχνά αποτελεί την εύκολη, άμεση και αντανακλαστική απόκριση, ώστε «να έχει ο ψυχίατρος το κεφάλι του ήσυχο».

Για πολλά από εμάς που ζήσαμε ή ζούμε ένα μέρος της ζωής μας μέσα σε υπηρεσίες και Μονάδες Ψυχικής Υγείας —είτε ως «λήπτες» είτε ως εργαζόμενοι είτε ως συγγενείς—, δεκαοκτώ χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου «οδηγού», το βασικό ερώτημα παραμένει τι συμβαίνει στην πράξη. Από διαφορετικές θέσεις και βιώνοντας, με διαφορετικά προνόμια, τη βία των θεσμών, καταλαβαίνουμε σήμερα αυτό που ήδη υποψιαζόμασταν τότε: ότι ο πρώτος οδηγός συνέβαλε ελάχιστα στην ουσιαστική αμφισβήτηση της ιδρυματικής βίας, η οποία, μέσα στις δεδομένες συνθήκες, έχει κορυφωθεί στις ψυχιατρικές κλινικές.

Πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις, πουθενά δεν είδαμε μια συστηματική και έμπρακτη προσπάθεια για την κατάργηση των καθηλώσεων και των κάθε λογής περιορισμών. Πουθενά δεν είδαμε να οργανώνεται σε σοβαρή κλίμακα η εκπαίδευση στην αποκλιμάκωση και στον έμπρακτα συμπεριληπτικό θεραπευτικό σχεδιασμό, στον οποίο ο άνθρωπος που βιώνει ψυχική οδύνη γίνεται πραγματικός συμμέτοχος στη θεραπεία του. Πουθενά δεν είδαμε μια συστηματική προσπάθεια έρευνας και δημόσιας λογοδοσίας για το καθεστώς των καθηλώσεων, πέρα από ορισμένες σημαντικές αλλά περιορισμένες εξαιρέσεις. Διαβάσαμε ξανά και ξανά για την ανάγκη περισσότερου προσωπικού —ένα απολύτως δίκαιο αίτημα, με το οποίο δεν έχουμε κανέναν λόγο να διαφωνήσουμε. Πολύ λιγότερο, όμως, συζητήσαμε για το τι κάνουμε, πώς το κάνουμε και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Μάθαμε ακόμη και για τη «συμμετοχή ληπτών» στα νοσοκομεία με έναν βαθιά εργαλειακό τρόπο: ως ανθρώπων που θα βοηθήσουν, μεταξύ άλλων, να «πειστεί ο ασθενής να πάρει τα φάρμακά του». Αυτή, όμως, δεν είναι συμμετοχή. Είναι χρησιμοποίηση της εμπειρίας του λήπτη για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του ίδιου μηχανισμού.

Πλέον, το ξέπλυμα της θεσμικής βίας κινδυνεύει να επεκταθεί και στις στεγαστικές δομές. Και, βέβαια, το έδαφος έχει ήδη προετοιμαστεί. Οι ιδρυματικές λογικές στις δομές αυτές δεν εμφανίζονται σήμερα για πρώτη φορά: διορισμένοι προϊστάμενοι, ελάχιστο προσωπικό, άκαμπτα διοικητικά και δημοσιονομικά πρωτόκολλα ακόμη και για απλές, καθημερινές πτυχές της ζωής, καθώς και περιορισμός στην πράξη της αυτονομίας και των ελευθεριών των ανθρώπων που ζουν εκεί.

Έχουν εδώ και χρόνια διαμορφωθεί —και τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχυθεί θεσμικά— οι προϋποθέσεις για την άνθηση μιας ιδρυματικής βίας που καλύπτεται από τη γλώσσα των καλών προθέσεων. Γι’ αυτό μας προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι οι ίδιες οι οδηγίες θέτουν ως προϋπόθεση για την αποφυγή του περιορισμού συνθήκες τις οποίες οι υπηρεσίες γνωρίζουν ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν εξασφαλίσει: επαρκές και εκπαιδευμένο προσωπικό, εξατομικευμένο σχεδιασμό, αποκλιμάκωση, θεραπευτική σχέση και συμμετοχή του λήπτη. Οι ίδιες οι οδηγίες, άλλωστε, αναγνωρίζουν ρητά τη σημασία της στελέχωσης, της εκπαίδευσης, της υπερπληρότητας και άλλων οργανωτικών και περιβαλλοντικών παραγόντων στην εμφάνιση και την κλιμάκωση των κρίσεων.

Μέχρι σήμερα, όταν μια στεγαστική δομή αδυνατούσε να διαχειριστεί μια κατάσταση που χαρακτήριζε ως «κρίση», ένα άτομο μπορούσε να μεταφερθεί σε ψυχιατρική κλινική και εκεί να υποστεί περιοριστικά μέτρα. Ας αναγνωρίσουμε ότι αυτό συνέβαινε και εξακολουθεί να συμβαίνει. Τώρα, όμως, ανοίγει και ένας άλλος δρόμος: να μπορούν οι ίδιες οι στεγαστικές δομές να εντάσσουν τέτοιες πρακτικές στο πλαίσιο της «διαχείρισης κρίσεων». Και, βέβαια, αν μπορεί κανείς να καθηλώνει και μέσα στις στεγαστικές δομές, ίσως να μπορεί να «συγκρατεί» εκεί και ένα μέρος όλων αυτών των λεγόμενων «διαταρακτικών περιστατικών». Ίσως έτσι, στα χαρτιά, να μειώνεται ακόμη και ένα μέρος των ακούσιων νοσηλειών. Θα έχουμε λιγότερες ακούσιες νοσηλείες ή απλώς μεταφορά του καταναγκασμού από το νοσοκομείο στην κοινότητα;

Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής

Μέσα σε όλα αυτά εμφανίζεται και το νέο νομοσχέδιο, στο οποίο περιλαμβάνεται η θεσμοθέτηση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής. Και εδώ η αντίθεση στη γλώσσα είναι εντυπωσιακή. Στο νομοσχέδιο, η προστασία των δικαιωμάτων εμφανίζεται ως γενική διακήρυξη σκοπού. Δεν αναπτύσσεται, όμως, με αντίστοιχη σαφήνεια σε συγκεκριμένες εγγυήσεις, διαδικασίες ή ανεξάρτητους μηχανισμούς προστασίας των ανθρώπων που θα εμπίπτουν στο πεδίο του Παρατηρητηρίου. Αντίθετα, πολύ συγκεκριμένη είναι η γλώσσα της παρακολούθησης, της αξιολόγησης της πορείας των ψυχιατροδικαστικών ασθενών στην κοινότητα, καθώς και της διαχείρισης της «αποκλίνουσας συμπεριφοράς» και της παραβατικότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναφορά στις Μονάδες που προορίζονται για την «αντιμετώπιση της αποκλίνουσας συμπεριφοράς και παραβατικότητας παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με ψυχοκοινωνικά προβλήματα και ψυχικές διαταραχές». Η γλώσσα δεν είναι αθώα. Ποιος ορίζει την «απόκλιση»; Ποια συμπεριφορά μετατρέπεται σε αντικείμενο ψυχιατρικής επιτήρησης; Και μέχρι πού φτάνει η επέκταση ενός ψυχιατροδικαστικού βλέμματος στην κοινότητα, στους εφήβους και στους νέους; Είναι εμφανές ότι πλέον η επικινδυνότητα αποτελεί την πυξίδα που καθοδηγεί τους θεσμούς και όχι ο άνθρωπος που βιώνει ψυχική οδύνη και οι ανάγκες του. Το βήμα αυτό αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η επονομαζόμενη «τρέλα» παραμένει, στα μάτια των νομοθετών, ένα στοιχείο που δύναται να διαταράξει την εύρυθμη και αποστειρωμένη κανονικότητα. Όπου υπάρχει ανάγκη για φροντίδα και κριτική ματιά, το κράτος απαντά με νόμους, δικαστήρια και καταστολή —όπως δείχνει και το παράδειγμα του Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής.

Αντί συμπεράσματος

Η αντίφαση γίνεται έτσι ακόμη πιο καθαρή. Από τη μία, ένας λόγος γεμάτος δικαιώματα, πρόληψη, συμμετοχή και συμπερίληψη. Από την άλλη, η θεσμική επέκταση της επιτήρησης, της αξιολόγησης, της διαχείρισης και του περιορισμού σε ολοένα περισσότερα πεδία της ζωής των ανθρώπων. Πίσω από τα όμορφα λόγια βρίσκονται τελικά οι πράξεις και τα έργα: η σύσταση του νέου ΝΠΔΔ, οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες και η θεσμοθέτηση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής, που δεν αποτελούν μεμονωμένες παρεμβάσεις, αλλά εντάσσονται σε μια ήδη διαμορφωμένη κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση που παραπέμπει σε λογικές της εποχής της «Λέρου» και σε όσα αυτή συμβόλιζε για την ελληνική Ψυχιατρική.

Η κατεύθυνση αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από το κυρίαρχο μοντέλο οργάνωσης της ψυχικής υγείας, ούτε από τις καπιταλιστικές σχέσεις και λογικές που το διαπερνούν. Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχική οδύνη αποκόπτεται από τις κοινωνικές και υλικές συνθήκες που τη διαμορφώνουν και ανάγεται σε ατομικό πρόβλημα προς αξιολόγηση, ταξινόμηση και διαχείριση. Η φροντίδα κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε συμμόρφωση, η υποστήριξη σε επιτήρηση και η θεραπεία σε απαίτηση προσαρμογής σε μια κανονικότητα που δεν αμφισβητείται. Όταν, αντί να αλλάζουν οι συνθήκες που γεννούν και εντείνουν την οδύνη, οργανώνονται ολοένα αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί διαχείρισης των ανθρώπων που τη βιώνουν, τότε η επίκληση των δικαιωμάτων δεν αρκεί για να συγκαλύψει τον καταναγκασμό.

Οι εναλλακτικές υπάρχουν. Και δεν βρίσκονται στην τελειοποίηση των πρωτοκόλλων που ρυθμίζουν τον περιορισμό, ούτε στην επέκταση των μηχανισμών που επιτηρούν και ταξινομούν τους ανθρώπους. Βρίσκονται στην έμπρακτη αμφισβήτηση της ιδρυματικής λογικής, στην ενίσχυση των κοινοτικών υπηρεσιών, στην ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των ληπτών και στη δημιουργία συνθηκών φροντίδας που δεν προϋποθέτουν την υποταγή. Έχουμε μιλήσει κατ’ επανάληψη γι’ αυτές και θα μιλήσουμε ξανά. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να διαχειριστούμε τον καταναγκασμό με πιο σύγχρονους όρους, πιο εύηχες λέξεις και καλύτερα πρωτόκολλα. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να οργανώνουμε την ψυχική υγεία γύρω από αυτόν ή αν θα διεκδικήσουμε υπηρεσίες που θα τον καθιστούν ολοένα λιγότερο αναγκαίο — μέχρι την οριστική του κατάργηση.

 

Πρωτοβουλία Ψ — Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία